Ο Ιούνης της Αγωνιστικής Δημοκρατίας
Βασίλης Ρόγγας
Όποιος γράφει για ένα Συμβάν, ενώ αυτό είναι σε εξέλιξη, δε μπορεί να το μελετά έχοντας την καθολική εποπτεία. Αυτό συμβαίνει ιδιαιτέρως με τα γεγονότα που παράγουν τα κοινωνικά κινήματα. Ακόμα και η επί τόπου παρατήρηση της ζωής της κατειλημμένης Πλατείας Συντάγματος είναι αναγκαστικά μερική, εφόσον δεν εντάσσεται σε μια ενδελεχή μελέτη που χρησιμοποιεί ποικίλα ερευνητικά εργαλεία (π.χ. ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις, ανάλυση λόγου κλπ).
Αν παραδεχτούμε τα παραπάνω (και οι κοινωνικοί επιστήμονες τα παραδέχονται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο) εύλογα μπορεί να καταλάβει ο καθένας πόσο γελοία είναι η προσπάθεια δημοσιογράφων των μεγάλων εφημερίδων και καναλιών να μιλήσουν για το Σύνταγμα. Οι ίδιοι δεν έχουν περάσει καν από τους γύρω δρόμους.
Όμως, ας διατυπωθούν σκέψεις που μπορεί, αν συζητηθούν, να έχουν ευρετική αξία.
Πριν το Σύνταγμα ψάχναμε τρόπο να μπορέσουμε να κάνουμε τις διαμαρτυρίες διαρκείς και να αποφύγουμε την καθιερωμένη πορεία- κηδεία προς την πλατεία. Αυτό έγινε και μετράμε ήδη κοντά ένα μήνα στη πλατεία-σύμβολο της Δημοκρατίας.
Πριν το Σύνταγμα δε μπορούσαμε εύκολα να βρούμε τρόπους να κατέβουν οι πολλοί και ανυποψίαστοι στο δρόμο. Τώρα η πλατεία έχει πάρα πολλούς που κατεβαίνουν για πρώτη φορά.
Πριν το Σύνταγμα κάποιοι από εμάς νομίζανε ότι οι ειρηνικές διαμαρτυρίες είναι περίπου το κινηματικό ισοδύναμο μια πορείας της ΓΣΕΕ. Φυσικά και δεν είναι καθόλου έτσι: η μη βίαιη κινηματική δράση που παρεμποδίζει είναι απείρως πιο σοβαρή πολιτικά –και πολύ πιο δύσκολη- από τη βία.
Στο Σύνταγμα, οι άνθρωποι καταλαβαίνουνε πολύ λιγότερα από όσα οι δημοσιολόγοι της Αριστεράς νομίζουν. Όποιος έχει μιλήσει έστω και ένα λεπτό με ανυποψίαστους ανθρώπους, κατανοεί αμέσως ότι είναι τόσο μπερδεμένοι σε σχέση με το πολιτικό που μπορούν να πουν ταυτόχρονα – στην ίδια πρόταση- τα πιο αντιφατικά πράγματα. Θέλει πολύζύμωση να αλλάξει αυτό.
Στο Σύνταγμα, μάθαμε πως μπορεί να γίνει συνέλευση 3.000 ανθρώπων χωρίς να εκσπερματώνουμε πολιτικά ο ένας στον άλλο, πως μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις που να υλοποιούνται και πως μπορούν να βγαίνουν κείμενα που να εμπνέουν και να είναι κατανοητά από τους πολλούς.
Στο Σύνταγμα, το αίτημα για Άμεση Δημοκρατία είναι παντού κυρίαρχο. Όλοι και ο καθένας ξεχωριστά πρέπει να απαντούν ή να σκέπτονται πάνω σε αυτό το νέο master frame. Οι ελιτιστές κομματικοποιημένοι αριστεροί μάθανε ότι άμεση δημοκρατία μπορεί να συμβαίνει ή μπορούμε, τελοσπάντων, να μιλάμε γι’ αυτήν. Και δε χρειάζεται να το πει η Κεντρική Γαϊδάρα.
Από το Σύνταγμα γεννήθηκε ξανά – και μένει να δούμε τι ρόλο θα παίξει- η Ουτοπία:”όλα μπορούμε να τα κάνουμε!” Αυτή η συγκινησιακή συνιστώσα, η πίστη στη δυνατότητα της καθολικής κοινωνικής αλλαγής κινητοποιεί πόρους που με όρους ρουτινοποιημένου (δηλαδή συνήθους, τετριμμένου) κοινωνικού κινήματος απλώς δε θα υπήρχαν.
Από το Σύνταγμα μαθαίνουμε – για μια ακόμη φορά- πως οι κινητοποιήσεις μπορούν να είναι τελεσφόρες. Ο λαϊκός παράγοντας μπορεί να καθορίζει τις εξελίξεις και αρκετοί κινητοποιούμενοι καταλαβαίνουν ότι δε χρειάζεται να έχουμε απαντήσεις για όλα όταν κατεβαίνουμε στο δρόμο.
Από το Σύνταγμα δε θέλουμε και δε θα περιμένουμε να γεννήθει κανένα κόμμα, καμία πρωτοπορία και το Σύνταγμα δε θα αλλάξει τον κόσμο. Αν αρκετές χιλιάδες άνθρωποι ζυμωθούν μαζί με άλλους, ξεφύγουν από την κυρίαρχη εξατομίκευση και πια «δε μπορούν να συνεχίσουν όπως πριν» τότε το Σύνταγμα είναι ότι πιο ζωογόνο κοινωνικά και πολιτικά.
Από το Σύνταγμα απουσιάζουν το ΚΚΕ και οι αναρχικοί (ευτυχώς όχι όλοι). Καλά κάνουν. Και τα δυο κομμάτια συμπεριφέρονται με έναν ελιτισμό που τσακίζει κόκκαλα. Δε θα αναλύσω περαιτέρω τη στάση τους. Είναι τόσο αντιφατική που και τα δυο ρεύματα θα έπρεπε να το σκεφτούν πολύ για να απευθυνθούν ξανά στο λαό, εφόσον τόσο τον σνομπάρουν όταν κινητοποιείται.
Φυσικά και το πλήθος στην πλατεία είναι ετερόκλητο. Εννοείται πως η αντιμνημονιακή ρητορική έχει άλλο πρόσημο στο πάνω Σύνταγμα και άλλο στο κάτω. Είναι σαφές ότι όχι το πολιτικό αλλά το γηπεδικό κλίμα, η διάθεση για βόλτα και βλέμματα σπρώχνει αρκετούς κάθε μέρα εκεί.
Είναι λογικό να είναι έτσι το πρόπλασμα της αγωνιστικής δημοκρατίας των πολιτών, τώρα, στον 21ο αιώνα. Οι πολίτες δεν γεννήθηκαν έτοιμοι να δεξιωθούν τα δημοκρατικά ιδεώδη. Όλη τους η ζωή μέχρι τώρα ήταν η προσπάθεια για το αντίθετο.
Μάλιστα, η θέση για την Αγωνιστική Δημοκρατία πρέπει να επεκταθεί: μόνο Αγωνιστική μπορεί να είναι η Δημοκρατία και μόνο τότε μπορεί να τείνει προς την Άμεση. Οτιδήποτε άλλο είναι κακέκτυπο δημοκρατίας ακόμα και όταν εμείς που το λέμε, γνωρίζουμε ότι στον ιδεατό τύπο, την Άμεση Δημοκρατία, δε θα φτάσουμε ποτέ. Και αυτό γιατί η Άμεση Δημοκρατία είναι μόνο μια τάση -μια «κίνηση» που θα έλεγε και ο Κάρολος- και δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ ως καθεστώς.
Υ.Γ. μπορούμε να ρίξουμε έως και δυο κυβερνήσεις σε σαράντα μέρες. Το έχουμε ξανακάνει.
Μικρό σημείωμα για τον Πάγκαλο: στα σοβαρά
του Βασίλη Ρόγγα
Ο Θ. Π. δεν είναι ούτε ο τρελλός του χωριού, ούτε κάποιος που λέει τα πράγματα έξω από τα δόντια. Ο Θ.Π. είναι αντιπρόεδρος της πιο σκληρής ταξικά κυβέρνησης που γνώρισε η χώρα.
Ο Θ.Π. λέει όσα λέει («κοπρίτες», «μαζί τα φάγαμε») μεταφέροντας τις αληθινές απόψεις της Κυβέρνησης για την κοινωνία. Μάλιστα, γνωρίζει ότι θα γίνει ο πλέον αντιπαθής πολιτικός της Κυβέρνησης. Και αυτός είναι ο στόχος του.
Καταφέρνει έτσι να μην πλήττεται πολιτικά ο πρωθυπουργός ή οι υπουργοί του. Με αυτήν την έννοια, το επικοινωνιακό σχήμα του ΠΑΣΟΚ είναι σίγουρα πετυχημένο.
Ο Θ.Π. κάνει και κάτι άλλο: στοχοποιεί ολόκληρο το χώρο της Αριστεράς ως συλλήβδην αντιδημοκρατικό και θέτει ως κύριο υπεύθυνο/ «υποκινητή» τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ξέρει ο Θ.Π. ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει με αυτόν τον τρόπο από δυο μεριές: και από τα δεξιά του, το «συντηρητικό» του κοινό που δεν είναι καθόλου με τις ανομίες, και από τα αριστερά του, εφόσον δεν πείθονται με τίποτα ότι αυτή η συμμαχία είναι έτοιμη να βγει στα βουνά & ίσως πιστεύουν πως σχεδόν έχει κάνει συμφωνία με το διάολο (τον Πάγκαλο) για την επαναστατική προβολή του.
Παράλληλα, το τσουβάλιασμα όλων των κοινωνικών αντιστάσεων ως δημιουργήματα του ΣΥΡΙΖΑ φτιάχνει το ένα πολύ καλό δίπολο για την κυβέρνηση: «όσοι αντιπαλεύουν τα μέτρα μας είναι ΣΥΡΙΖΑ, όσοι δεν το κάνουν είναι υπεύθυνοι πολίτες. Να γίνετε υπεύθυνοι πολίτες».
Αυτό το σχήμα προσβάλει τους κοινωνικούς αγώνες που σε καμιά περίπτωση δεν είναι κομματικοί. Και, ταυτόχρονα, δημιουργεί μια αφήγηση –που την αναπαράγουν τα παπαγαλάκια στα κανάλια και της εφημερίδες-ότι οι πολίτες δεν μπορούν να είναι κινηματικοί γιατί όταν όντως είναι, είναι από κάπου υποκινούμενοι. Δηλαδή οι πολίτες είναι ηλίθιοι και ψάχνουν βοσκό. Άρα –πάλι- δε δικαιούνται να διαμαρτύρονται.
Ο Θ.Π. είναι περισσότερο επικίνδυνος από ότι γελοίος.
Υ.Γ. Η στάση του Θ.Π. επιβεβαιώνει ότι οι πιο σκληρά επιτιθέμενοι στην Αριστερά είναι οι πρώην αριστεροί. Ψυχανάλυση περί αυτού μπορεί να γίνει σε άλλο κείμενο.
Υ.Γ.2 : Δε θα κλείσω όπως θα έκλεινε ο Πιτσιρίκος:”και θα τους γαμήσουμε την Παναγία”. Απλώς θα το καταγράψω.
Εκείνο που λείπει ή το τρίτο που ενεργοποιεί το δίπολο
Βασίλης Ν. Ρόγγας
Στις παρεΐστικες πολιτικές κουβέντες των τελευταίων μηνών εκείνο που διαπιστώνουν οι συζητητές είναι η απογοήτευση των πολιτών από όλους και όλα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και όταν οι αριστεροί δε θέλουν ή δε μπορούν να το παραδεχτούν, φαντάζει ως η πλέον ρεαλιστική άσκηση διακυβέρνησης, εφόσον από τη μία η ΝΔ λαϊκίζει -ενώ όλοι γνωρίζουν πως θα έπραττε ακριβώς τα ίδια- και από την άλλη η Αριστερά απογειώνεται σε μαξιμαλιστικές ατραπούς μη ρεαλιστικών και υλοποιήσιμων λύσεων.
Το δεύτερο που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς, όταν βεβαίως ανοίγεται σε κουβέντες με ανθρώπους πέραν του περίγυρου που ευθυγραμμίζεται σε δοσμένες συναντιλήψεις, είναι η οργή. Η συγκινησιακή αυτή συνιστώσα είναι πολυκερματισμένη. Κανείς δε μπορεί να ιεραρχήσει τους αίτιους της σημερινής κατάστασης με αχτύπητο κριτήριο, ενώ δεν ομονοείται πως θα μπορούσε να είναι σαρωτική τούτη η λαϊκή οργή.
Και όλα αυτά ενώ οι αναλύσεις εφημερίδων, κομμάτων και διανοουμένων για τις δημοτικές εκλογές –αλλά και το ίδιο το γεγονός της εκλογικής διαδικασίας- δεν ανέκοψαν τις δυο αυτές τάσεις. Η οργανωμένη προσπάθεια των φορέων του κυρίαρχου λόγου να αποδείξει πόσο χρήσιμη είναι η αποκομματικοποίηση των δημοτικών εκλογών και πόσο πολύ χάρηκε ο κόσμος γι’αυτό, προσκρούει στο απίστευτα μεγάλο σιχτίρισμα της αποχής.
Το υλικό, η απογοήτευση και η οργή, έχει όλα τα φόντα να είναι εκρηκτικό. Δε σημαίνει όμως ότι θα εκραγεί. Αλλά ακόμα και όταν συμπληρωθούν όλα τα υλικά του κοκτέιλ των παραγόντων που χρειάζεται για να αντιδράσει ο κόσμος δε σημαίνει ότι η αντίδραση του θα είναι προοδευτική. Οι θεσμοθετημένοι φορείς της διαμαρτυρίας, οι διάφορες εκφάνσεις της Αριστεράς, είναι μέχρι τώρα για τον πολύ κόσμο είτε αδρανείς είτε παρωχημένοι.
Στις σημερινές κουβέντες των ανθρώπων λείπει μια καίρια διάσταση που αλλάζει όλη τη ροή του αναστοχασμού για το πραγματικό: η ελπίδα. Δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί σε μια μικρή σημείωση το πλάτος και το βάθος της έννοιας/πραγματικότητας/κατάστασης «ελπίδα». Για την οικονομία του λόγου είναι ακριβώς αυτό που ψυχανεμίζεται ο καθένας: η έμπρακτη συναισθηματικά θέαση της πραγματικότητας υπό το πρίσμα μιας ορισμένης αισιόδοξης προοπτικής στο ατομικό και το συλλογικό πεδίο.
Φυσικά και οι συναισθηματικές προσλαμβάνουσες δε φτάνουν. Είναι όμως αναγκαίες παρόλο που δεν είναι ικανές συνθήκες κινητοποίησης. Και αν λέμε ότι υπάρχει κάτι που αφορά στην κοινωνική ζωή όταν και υλικά πραγματώνεται, όπως κάποιος υλιστής θα ήθελε να προτάξει, τότε στην περίπτωση μας, ως πομποί που θα ήθελαν να αλλάξουν τα πράγματα, δεν υπάρχει τίποτα.
Ή μάλλον υπάρχουν όλα, αλλά όλα είναι αναξιόπιστα: τα κόμματα, τα συνδικάτα, οι αναρχικοί, η κοινωνία των πολιτών, η πολιτισμική δημιουργία, η νεολαία, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ…
Έχουμε λοιπόν πολλά να κάνουμε. Πιο πολλά από ποτέ στο λιγότερο χρόνο που είχαμε ποτέ. Και κυρίως να επινοήσουμε δημιουργικούς τρόπους διαλεκτικών συνθέσεων. Η δράση με τη σκέψη, οι φορείς με την κοινωνία, το οικονομικό με το πολιτικό, η πραγματικότητα και η προοπτική, το μίκρο με το μάκρο, η ελπίδα με τις ήδη υπάρχουσες εστίες αντίστασης.
Αυτή η τελευταία είναι η πλέον επιτακτική και σίγουρα η πιο δύσκολη. Δεν φταίει ότι δεν υπάρχουν πληθώρα συλλογικοτήτων που δυναμικά αντιπαρατίθενται στο κυρίαρχο της μεταμνημονιακής οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. Ούτε, φυσικά, υπάρχει πρόβλημα στο αν ακολουθούν το παραδοσιακό ρεπερτόριο δράσης, μεταχειρίζονται παρωχημένο λεξιλόγιο ή είναι λοβοτομημένες οργανωτικά. Πλέον υπάρχουν τα πάντα και στα τρία αυτά βασικά πεδία για να συμβούν κινήματα.
Το ζήτημα είναι να αναγνωριστούν από τους πολίτες ως δικές τους και όχι μεταφυσικές συλλογικές αποκρυσταλλώσεις που μπορούν αποτελεσματικά και να αμύνονται και να επιτίθενται στη σκληρά επιβεβλημένη ταξικότητα. Αν δεν επινοήσουμε ξανά τους τρόπους οικειοποίησης, αν δεν δημιουργήσουμε τα κανάλια κοινωνικής εισροής της απογοήτευσης και της οργής προτάσσοντας την ελπίδα σε υλοποιήσιμους στόχους δε μπορούμε να μιλάμε εξ ονόματος της κοινωνίας(αν πρέπει να μιλάμε ποτέ έτσι). Αν δε μπει η κοινωνία μπροστά για να ξεμπλοκάρει και το δικό μας πολιτικό φαντασιακό δε συνιστούμε δομές αντίστασης. Είμαστε ες αεί εν δυνάμει τέτοιες.
Αυτός ο δρόμος είναι αλληλοτροφοδοτούμενος. Δυο σημεία εκκίνησης: η κοινωνία και οι πολιτικοί ριζοσπάστες. Και οι ροές είναι και αυτές δυο: οι πολιτικά ριζοσπαστικοί(με προοδευτικό πρόσιμο) θα πρέπει να ξαναγράψουν τη μεγάλη αφήγηση και η κοινωνία θα πρέπει να την συνδιαμορφώνει, να την μεταλλάσσει να την καθοδηγεί. Καμία αγαστή συνάφεια δε μπορεί να υπάρξει αν δεν ενωθούν αξεχώριστα τούτα τα δυο, αν δε λυσσάξουν στη ζύμωση και δεν αυτοαναιρεθούν σε ένα μετά εντελώς διαφορετικό από ότι η σημερινή κατάσταση, αν δεν συντεθούν διαλεκτικά.
Με αυτήν την έννοια τίποτα από όσα έχουμε χτίσει ως δομές αντίστασης μέχρι σήμερα δεν είναι άχρηστο. Πάντα θα έχουν τη δυνατότητα είτε να είναι ανενεργά είτε να εκρήγνυνται. Για το δεύτερο χρειάζεται ένα βήμα πίσω, στον αναστοχασμό, μπόλικα βήματα μπροστά, στην τόλμη της ανασύνθεσης. Έτσι και γεννιέται και τροφοδοτείται και φουντώνει η ελπίδα : σαν ο τρίτος που ενεργοποιεί το δίπολο.
Το έχουμε; Το πιθανότερο είναι τα παραπανω να μείνουν ευχολόγιο. Όμως απλώς το πιθανότερο. Ποτέ σίγουρα.
Που είναι η εξέγερση ενάντια στην οικονομική κρίση;
Βασίλης Ν. Ρόγγας
Διακαής πόθος των όποιας υφής αριστερών από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008 στην Ελλάδα είναι να φανεί κινηματικά με τον πιο δυναμικό τρόπο η δυσαρέσκεια των τάξεων που πλήττονται. Αυτό είναι κάτι, που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.
Το γιατί είναι εύλογο. Παρόλη , δηλαδή, την εύστοχη και έγκαιρη οικονομική ανάλυση με τα μαρξικά εργαλεία, που για μια ακόμη φορά φάνηκαν επαρκή στο να προβλέπουν την οικονομική συμπεριφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το προσδοκώμενο πολιτικό απότοκο δεν έρχεται.
Ας δούμε ποιοι πλήττονται από την οικονομική κρίση και κατ’επέκταση τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατ’ εντολή της του ΔΝΤ και της ΕΕ.
α. Ένας μεγάλος αριθμός οικονομικών μεταναστών, από την Αλβανία, ας πούμε ότι πλησιάζουν το 1.000.000, στέκεται ίσως καλύτερα οικονομικά από όλους τους υπόλοιπους μετανάστες. Τούτο συνέβη μέχρι στιγμής για διάφορους λόγους, πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι ότι ήταν οι πρώτοι μετανάστες σε μια χώρα που είχε έλλειψη χειρονακτών και η υπερανάπτυξη του κλάδου των κατασκευών από το 1990 και μετά μπόρεσε και απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος. Πλέον οι κατασκευές βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση και οι αλβανοί μετανάστες δεν έχουν δουλειά.
β. Οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία έχοντας κατά νου μια πλούσια Ευρώπη τόλμησαν να μεταναστεύσουν. Πολλοί, ενώ εξαρχής δε θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, δε μπορούν να φύγουν και ,ταυτόχρονα, δεν έχουν την δυνατότητα για αξιοπρεπή εργασία, στέγη και τροφή. Είναι οι πλέον πληττόμενοι και υποτελείς.
γ. Στην Ελλάδα υπάρχουν 800.000 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις: τα μικρομάγαζα ρούχων και παπουτσιών, οι βιοτεχνίες, τα εστιατόρια, τα καφέ κλπ. Πολλές από αυτές προφανώς δε θα αντέξουν στην κρίση, ενώ μεγάλο ποσοστό για να μπορέσει να ανοίξει την επιχείρηση έχει χρεωθεί δανειακά.
δ. Πολύ μεγάλο μέρος από αυτό που έχει απομείνει να λογίζεται ως εργατική τάξη απασχολείται στον τουρισμό. Σερβιτόροι, μάγειροι κλπ αποτελούν μια μερίδα εργαζομένων που λόγω της κρίσης – και σε συνδυασμό με την προηγούμενη κατηγορία των επιχειρήσεων μαζικής εστίασης- δε θα μπορούν να εργάζονται ή θα εργάζονται μερικώς και με μικρότερα μεροκάματα από ότι είχαν συνηθίσει.
ε. Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι εκείνη των ελλήνων, ελληνίδων και μεταναστών δεύτερης γενιάς με ανώτατη μόρφωση (πτυχία, μεταπτυχιακά, γλώσσες, υπολογιστές κλπ.) στις ηλικίες περίπου από 22 έως 35. Αυτή η τεράστια κοινωνική κατηγορία είναι ανομοιογενής σε ότι αφορά την ταξική της καταγωγή και δεν υπάρχει χώρος στην αγορά εργασίας των υπηρεσιών για να απορροφηθεί.
Σίγουρα, οι παραπάνω πέντε κατηγορίες δεν είναι οι μόνες και θα μπορούσε να αναφέρει κανείς. Όμως αυτές συνιστούν τον πιο δυναμικό πυρήνα εν δυνάμει εργαζόμενων ή ήδη εργαζόμενων. Καμία από αυτές δεν εναποθέτει τις ελπίδες της μέχρι στιγμής στην πολιτική. Η Αριστερά, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι από φύση και από θέση ο φυσικός τους σύμμαχος, αν δε φυλλορροεί είναι –γι’ αυτούς- αναξιόπιστη και χωρίς όραμα που να εμπνέει. Δε χρειάζεται να αναφερθούν τα λάθη όλων των πολιτικών φορέων της: είναι και τεράστια και θλιβερά.
Η συντριπτική πλειοψηφία είναι απολίτικοι και δεν έχουν εμπλακεί σχεδόν ποτέ σε συλλογικές διαδικασίες. Το σκηνικό θυμίζει έντονα τη δημοκρατία της Βαϊμάρης , λίγο πριν ανέβει στην εξουσία το ναζιστικό κόμμα. Φυσικά και υπάρχει απλώς αναλογία, δε χρειάζεται να κινδυνολογεί κανείς για την κατάσταση.
Η χρονικότητα που θα πληγούν οι υποτελείς δεν είναι καθόλου δεδομένη. Επίσης πιθανόν είναι να μην είναι η ίδια για όλους. Εκτός αυτού, δε θα αντιδράσουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Μια βαλβίδα αποσυμπίεσης της συγκεκριμένης κατάστασης αρχίζει να φαίνεται. Μέρος των μορφωμένων νέων σκέφτεται να μεταναστεύσει. Μέρος των αλβανών μεταναστών σκέφτεται να γυρίσει στην πατρίδα του. Να θυμίσω εδώ ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μετά τον Εμφύλιο είχε «ξεμπλοκάρει» με την μετανάστευση σε μια δεκαετία (1950-1960) περίπου 1.200.000 νέων ανθρώπων.
Όμως οι παθογένειες σοβούν. Η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης ευτελίζει το εισόδημα και κατ΄ επέκταση την κατανάλωση. Η Ελλάδα δε θα καταστεί από τη μια μέρα στην άλλη επενδυτικός παράδεισος έτσι ώστε να υπάρξει ανάπτυξη με την οικονομίστικη έννοια. Τι θα κάνει ο λυσσασμένος μικροαστός που δεν νιώθει έστω ένα κάποιο συντεχνιακό ή κοινοτιστικό πνεύμα ; Υπάρχει καμιά περίπτωση να αυτοοργανώσει την αντίδραση του και να προσπαθήσει συλλογικά να επιδιώξει την ευόδωση αιτημάτων;
Θα ήθελα, αλλά δε μπορώ να το πιστέψω. Το πιθανότερο είναι η αντίδραση τους να κατακερματιστεί. Εκτός αν…
Αν επαναδιατυπωθεί ένα κοινούν και κινούν αίτιο. Αυτό, δηλαδή, που θα μπορέσει να νοηθεί από τις υπάλληλες τάξεις ως κοινό, συλλογικό αγαθό που αξίζει να το υπερασπιστούν κινητοποιούμενοι με ενιαίο και πολύμορφο τρόπο, βρίσκοντας αχτύπητες αξιακές πλαισιώσεις έτσι ώστε να αναφανεί το δίκαιο να συγκρουστεί κανείς γι’ αυτό. (η εργασία, η ασφάλιση, το δικαίωμα στη ζωή, μπορεί να έχει όποια μορφή συναποφασιστεί).
Το να χτιστεί μια τέτοιου τύπου ιδεολογική ηγεμονία δεν είναι καθόλου εύκολο. Όλοι οι πόροι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πρέπει να είναι διαθέσιμοι. Οι διάφορες συσπειρώσεις αντίστασης μπορούν να συντονιστούν. Μπορούν να δημιουργηθούν και άλλες τέτοιες καινούργιες , μαζικές και ανεξάρτητες. Το στείρο όχι (όχι στο μνηνόνιο , όχι στον καλλικράτη κλπ κλπ) είναι ισχνότερος πομπός ακόμα και από ένα ρεφορμιστικό αίτημα. Οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να βρουν λύσεις στο εδώ και το τώρα και όχι σε κάποιο χιλιαστικό, σοσιαλιστικό μετά. Ρόλο έχουν να παίξουν, τεράστιο αν το αποφασίσουν, οι φορείς της Αριστεράς. Να επινοήσουν τρόπους άρσης των αντιθέσεων τους, να συμμαχήσουν με την κοινωνία και να θέσουν αυτήν ως ηγεσία ενός τέτοιου αγώνα. Αυτό το αναποδογύρισμα είναι δύσκολο, πιο δύσκολο και από το αναποδογύρισμα του Μαρξ στο Χέγκελ. Και το πλέον αποτελεσματικό: ο μόνος τρόπος να υπερασπιστούμε κεκτημένα δεκαετιών. Ας μηχανευτούμε καινούργιες, οριζόντιες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που θα αίρουν την κυρίαρχη «αποξένωση που γεννά μια ολοκληρωτική κοινωνία», όπως η Χ. Άρεντ κάποτε εντόπισε. Τολμάμε;
«O άνθρωπος είναι η απάντηση όποια και αv είναι η ερώτηση»
Βασίλης Ν. Ρόγγας
Ενδείκνυται άραγε ο υπερρεαλισμός για να εκφράσει κανείς την αντίθεση του στα πρώτα επαχθή επιβαλλόμενα οικονομικά μέτρα της Κυβέρνησης; Αν πούμε ότι: οι Καταστασιακοί έκαναν κουμάντα στα συνθήματα του Μάη του 1968, ο Μαγιακόφκσι και ο Μπρέχτ ήταν η αισθητική φαιά ουσία του κομμουνισμού του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, ο Βίκτορας Ουγκώ με τους Αθλίους του μας έδειξε πως να αγαπάμε την κοκκινη σημαία, ο Θεοδωράκης με την εμβατηριακή του μουσική στην ποίηση ζωντάνεψε ένα κίνημα 150.000 ανθρώπων και άλλα τόσα πολλά παραδείγματα, τότε μάλλον η τέχνη (όποιας μορφής) έχει πολύ να κάνει με τα κοινωνικά κινήματα, τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις.
Φυσικά και δεν το στηρίζω αυτό σε κάποια επιστημονική συγκριτική έρευνα. Τουναντίον, ούτε και θα το προσπαθούσα ποτέ, γιατί προτιμώ να παραμείνει στη σφαίρα θυμικού ή του βιωματικού αν θέλετε. Τι σχέσή όμως έχει ο υπερρεαλισμός;
Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή της συγκέντρωσης της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα ύψωσαν ένα πανώ που έγραφε αυτό ακριβώς. Και, ναι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ΚΚΕ εσωτερικού ζει και βασιλεύει ή κάποιος ντούρος κομμουνισταράς θα έλεγε ότι δε κομίζει καμία διπολική αξιακή πλαισίωση στην μορφή που έχει τώρα δα πάρει η ταξική πάλη…Μπορεί.
Γεγονός είναι ότι στους καιρούς μας έμελλαν να διαψευστούν όλες οι ιδεολογικές, οικονομικές και πολιτικές βεβαιότητες του νεοφιλελευθερισμού που μόνος του ηγεμόνευε από το 1990 με κεντρική του επωδό περίπου το: «αφήστε την αγορά να αυτορυθμιστεί, καταλαμβάνοντας κάθε τομέα της οικονομικής δραστηριότητας και έτσι θα ευημερήσει και η κοινωνία»!
Δε νομίζω πως είναι σκόπιμο να μπω σε ανάλυση της κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Άλλωστε ή οι περισσότεροι τα έχετε διαβάσει ή θα βαρεθείτε την οικονομική ορολογία που δε συμβάλει απαραίτητα και από μόνη της στην κατανόηση της πραγματικότητας.
Να κάποιες σκέψεις για περαιτέρω σκέψεις:
Η ΕΕ είναι βραδυκίνητη, μη αλληλέγγυα, γραφειοκρατική και βαθιά νεοφιλελεύθερη. Περίπτωση αλλαγής της δε διαφαίνεται σε μέσο χρονικό ορίζοντα. Η Ελλάδα είναι δεσμευμένη με υπογραφές να ακολουθεί τα προτάγματα της συνθήκης της Λισσαβώνας (και κατ’ επέκταση του Μααστριχτ) χωρίς να ερωτάται. Οπότε θα μπορούσε να πει κανείς ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Η κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνεται από τη εκπροσώπηση των απόψεων μόνο της συμμαχίας ΝΔ,ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ σε όλα τα ΜΜΕ. Η Αριστερά είναι στους δρόμους και λοιδορείται γι’αυτό- όταν πολλές φορές δεν αναφέρεται καν.
Όμως: τα μέτρα της κυβέρνησης δεν είναι τα τελικά, είναι τα πρώτα. Είναι σίγουρο ότι για λόγους ανταγωνιστικότητας θα επιβληθούν και στον ιδιωτικό τομέα μέχρι τον Ιούνιο. Οι απολύσεις στον δημόσιο τομέα θα πρέπει να φτάσουν τουλάχιστον τις 200.000, ενώ το κόστος ζωής ανέρχεται σε βαθμούς που οι τελευταίες δυο γενιές δεν έχουν ξαναζήσει. Η ανεργία μάλλον θα φτάσει στο 20%.
Νομίζω ότι πλέον όλοι-είτε το παραδέχονται είτε όχι- καταλαβαίνουν ότι η Αριστερά τόσα χρόνια δεν κινδυνολογούσε. Εγκόλπωνε την ορθολογικά καλύτερη ανάλυση σε σχέση με όλους του υπόλοιπους πολιτικούς δρώντες. Τα εργαλεία με τα οποία αναλύει την πραγματικότητα-παρ’όλη την απίστευτη χλεύη που δέχονται εδώ και δυο δεκαετίες- παραμένουν τα πλέον επαρκή και με τεράστια διαφορά. Η σοβαρότητα της έγκειται και στο ότι δεν είδε τώρα την πραγματικότητα που ήρθε, αλλά μιλάει γι’αυτήν από περίπου τη γέννηση της.
Συμπεράσματα: οι ζωές μας, οι κατακερματισμένες μετανεωτερικές ζωές μας, μπορούν να γίνουν καλύτερες. Μια ανάγνωση του Χάουαρντ Ζιν, ελεκτή της ιστορίας του λαού των ΗΠΑ, θα πείσει και τον πιο δύσπιστο. Αρκεί να γίνουμε κοινωνοί/συμμέτοχοι ενός κινήματος αμυντικής υπεράσπισης των κεκτημένων του όποιου κοινωνικού κράτους μέχρι τώρα έχουμε. Για να μπορέσει να συμβεί αυτό χρειάζεται οι υπάρχουσες δυνάμεις κοινωνικών αντιστάσεων να συνθέσουν τις διαφορές τους. Αυτό θα συμβεί μόνο αν η κοινωνία το εκπέμψει ως μήνυμα και η ίδια αρχίζει να δημιουργεί τα συλλογικά υποκείμενα που της ταιριάζουν. Η διαλεκτική κοινωνίας/πολιτικής μπορεί να συμβάλλει στην- με προοδευτικό πρόσιμο- μετατόπιση των πολιτικών συμπεριφορών.
Ναι, φυσικά, τα κινήματα δεν νικούν πάντα. Και εννοείται ότι είναι πολύ δύσκολο. Όμως η, σε τελική ανάλυση, υλιστική ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών μας αποδεικνύει ότι ότι έχουμε πετύχει είναι ζήτημα πάλης των από κάτω με τους από πάνω. Τούτη είναι η βεβαιότητα που πλοηγεί τους ανθρώπους και αυτή θα συνεχίσει να είναι σαν η πιο σταθερή νομοτέλεια. Το ζήτημα είναι αν θα αποδεχτούμε την αλήθεια της μπαίνοντας στην πάλη ή μοιρολατρικά θα δεχτούμε ότι θέλουν. Η επιλογή είναι και δική μας. Ο Αντρέ Μπρετόν, του οποίου τη φράση χρησιμοποίησα για τίτλο, μάλλον το λέει απλότερα και έχει ήδη αποφασίσει με ποιανού το μέρος είναι.
Τα πλούτη τους= η φτώχεια μας
Του Γιάννη Κυριακάκη
“Επιτέλους”! Αυτό αναφώνησε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, μετά το πρόσφατο διάγγελμα του πρωθυπουργού. Ενθουσιάστηκε από τη σκληρότητα των μέτρων που εξαγγέλθηκαν. Τώρα που μπήκαμε σε επιτήρηση θα πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Τον περασμένο Οκτώβριο βρέθηκε σε μια έκθεση στο Λονδίνο κι αγόρασε ένα πίνακα 1,5 εκατ. $. Όσα θα βγάλει ένας εκπαιδευτικός δουλεύοντας 60 χρόνια ή ένας εμποροϋπάλληλος δουλεύοντας 80 χρόνια ! Είναι να μη χαίρεται με τη σκληρή λιτότητα (των εργαζομένων) και με την επιτήρηση;
Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει συσσωρευμένος τεράστιος πλούτος κι εμείς πρέπει πάλι να πληρώσουμε για χρέη που ποτέ δεν δημιουργήσαμε. Τα ταμεία είναι άδεια αλλά και οι τσέπες μας επίσης. Ποιοι έχουν τέλος πάντων τα λεφτά;
Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα :
Τα τελευταία 12 χρόνια το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 60%. Αφού το δικό μας – των εργαζομένων – εισόδημα δεν αυξήθηκε καθόλου, ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΟΛΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ;
30.000 ελληνικές οικογένειες διαθέτουν στα τμήματα private banking των τραπεζών περίπου 50 δις € ενώ άλλα 40 δις έχουν καταθέσει έλληνες πολίτες στο εξωτερικό. Μάλλον δημόσιοι υπάλληλοι θα ‘ναι.
Μόνο οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες είχαν κέρδη: 11,8 δις € το 2009, 10 δις το 2008 και 11,3 δις το 2007. Η Εθνική Τράπεζα την τελευταία πενταετία είχε κέρδη 6,3 δις €. Το 2009 η ΔΕΗ πραγματοποίησε κέρδη 1,1 δις ενώ προέβλεπε ο προϋπολογισμός της 531 εκατ. €.
Ελληνικές επιχειρήσεις (υπολογίζονται 4.000) έχουν επενδύσει σχεδόν 20 δις € στο εξωτερικό, από τα οποία τα 16 δις στα Βαλκάνια.
Την τετραετία 2004 – 2008 χαρίστηκαν πάνω από 9 δις € σε περίπου 50.000 επιχειρήσεις ( τα 5,1 δις από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των κερδών από 35% σε 25% και 3,5 δις από τις δυο ρυθμίσεις περαίωσης ανέλεγκτων χρήσεων.)
Υπάρχουν 10.000 υπεράκτιες (offshore) εταιρείες ελληνικών συμφερόντων που διακινούν γύρω στα 500 δις € και το δημόσιο χάνει ετησίως από φόρους 6 δις.
Κάθε χρόνο οι καταναλωτές πληρώνουν και οι επιχειρήσεις εισπράττουν αλλά δεν αποδίδουν περί τα 6 με 6,5 δις € από ΦΠΑ.
Η εισφοροδιαφυγή φτάνει τα 8 δις € ετησίως.
Πάνω από 5.000 επιχειρήσεις οφείλουν 31 δις € στο δημόσιο.
Οι έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν το 2009 -χρονιά κρίσης- 164 μεταχειρισμένα πλοία διαθέτοντας 3,16 δις $. Μικρό ποσό για τους εφοπλιστές. Ο ελληνικός εφοπλισμός ελέγχει σχεδόν το 20% του παγκόσμιου στόλου και το 40,9% της κοινοτικής ναυτιλίας. Αν και αποτελεί παγκόσμια δύναμη στηρίζεται σημαντικά από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η Εθνική Τράπεζα τους έχει δανείσει 3,5 δις €, η Πειραιώς 2 δις € κι ακολουθούν οι υπόλοιπες. Με τις δικές μας, τις λαϊκές αποταμιεύσεις – καταθέσεις οι τράπεζες χρηματοδοτούν το «θαύμα» της ελληνικής ναυτιλίας.
Κι επειδή είμαστε παραδοσιακά ναυτική χώρα δεν θα μπορούσε να υστερούμε και σε κότερα, θαλαμηγούς κλπ. Ο Θοδ. και Γιάννα Αγγελοπούλου πούλησαν τη θαλαμηγό τους -που ήταν η καλύτερη στη χώρα- κι αγόρασαν ένα υπερσύγχρονο mega yacht μήκους 85,6 μέτρων κι αξίας 150 εκατομ. $. Ο εφοπλιστής Προκοπίου έχει παραγγείλει θαλαμηγό 106 μέτρων και αξίας πάνω από 100 εκατ.$. Ο Π. Δράγνης έχει κότερο 82 μέτρα. Έχει γραφτεί ότι η θαλαμηγός του Μελισσανίδη κοστίζει 65 εκ., του Κούστα 60 εκ., του Βαφειά το ίδιο κι ακολουθούν άλλοι με ακριβότερα κι άλλοι με φθηνότερα κότερα, όπως Κοπελούζος, Πατέρας, Τσάκος, Αλαφούζος, Δημ. Κωστόπουλος, Ρέστης, Βασιλάκης, Κοντομηνάς, Μαρινόπουλος κλπ. Ο Σπ. Λάτσης νοικιάζει την 117 μέτρων «Τurama», σε μη έχοντες κότερο επιχειρηματίες, αντί 90.000 € τη μέρα !
Μη νομίσετε ότι υστερούμε και στον αέρα. Διακόσια είκοσι ιδιωτικά αεροπλάνα είναι καταγεγραμμένα στα ελληνικά νηολόγια (χώρια όσα είναι σε νηολόγια του εξωτερικού ). Η Μαρ. Λάτση έχει 3 ιδιωτικά τζετ (Boeing 757, Boeing 737 και Gulfstream IV), o Βγενόπουλος 2 (Cesna και Falcon 900), o M.Κυριακού ένα και καλό αξίας 50 εκ., ο Ρέστης ένα των 47 εκ., ο Κόκκαλης, ο Μελισσανίδης, ο Τσακίρης, ο Μαρινάκης, ο Θοδ. κι η Γ. Αγγελοπούλου και πολλοί άλλοι. Τα έξοδα συντήρησης ενός τέτοιου αεροσκάφους φτάνουν το χρόνο 1 με 1,5 εκατ. € !
Ο Λ. Λαυρεντιάδης ξόδεψε το Δεκέμβρη 70 εκ. € κι αγόρασε το 31,3% της Proton Bank αφού πρωτύτερα είχε δώσει 36 εκ. για το 50% του γηπέδου Καραϊσκάκη και άλλα 86 εκ. για να επαναγοράσει τη «Νεοχημική», από την πολυεθνική Carlyle. Έδωσε και κάτι «ψιλά» για ν’ αποκτήσει μερτικό σε κάποια από τα μεγαλύτερα ΜΜΕ της χώρας (13,53% στον Πήγασο, που ελέγχει ΜEGA και Έθνος, 9,62% στην Ελευθεροτυπία, κι ελέγχει Flash 9.61, Espresso, City Press, Αthens News, Σφήνα, Ισοτιμία κλπ). Ο Β. Ρέστης αγόρασε το πιο αναγνωρίσιμο τουριστικό αξιοθέατο του Μαυροβουνίου, το νησάκι του Αγ. Στεφάνου, ξοδεύοντας 30 εκ. € και σχεδιάζει να επενδύσει 50 εκ. χτίζοντας βίλες σε αυτό.
Έρευνα του Hotels.com (καλοκαίρι 2009) έδειξε πως η ακριβότερη σουϊτα στον κόσμο νοικιάζεται 50.000$ και είναι του Grand Resort στο Λαγονήσι Αττικής!
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΤ, από το Μάρτη του 2005 ως τον Οκτώβρη του 2009, είχαν υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο (Ν. 3290/04) 1790 επενδύσεις ξενοδόχων προϋπολογισμού 5,7 δις € και επιδοτήθηκαν με 2,5 δις €. Δηλαδή το 44% ήταν από δικά μας λεφτά. Τζάμπα επενδυτές μιας και τα υπόλοιπα είναι δανεικά από τις δικές μας καταθέσεις στις τράπεζες.
Πάνω που πήγαν να μας πείσουν πως «δεν υπάρχει σάλιο» και λίγο μετά την ανακοίνωση της επιτήρησης, πληροφορηθήκαμε ότι αγοράζουμε 6 γαλλικές φρεγάτες κόστους 2,5 δις €, για να υπερασπίζουν τα «εθνικά μας δίκαια» ανοιχτά της Σομαλίας και στον Περσικό κόλπο.
Δεν αναφέρομαι καθόλου στις μίζες και στα σκάνδαλα (Siemens, Βατοπαίδι, δομημένα ομόλογα, διαγραφή προστίμου 5,5 δις € της «Ακρόπολης» κλπ) γιατί είναι γνωστά. Άλλωστε έχει επιληφθεί κι η ελληνική …«δικαιοσύνη».
Ούτε στα 28 δις € που τέθηκαν στη διάθεση των τραπεζών και τώρα τα χρησιμοποιούν για να δανείσουν το κράτος σαν κοινοί τοκογλύφοι.
Μπορεί να ζούμε όλοι στην ίδια χώρα αλλά είμαστε δυο διαφορετικές χώρες, δυο διαφορετικοί και αντίθετοι κόσμοι. Δυο κόσμοι μέσα στην ίδια χώρα.
Από τη μια ο κόσμος μας: ανεργία, απολύσεις, τρομοκρατία κι εξευτελισμοί στους χώρους δουλειάς, ανασφάλιστη εργασία, μερική απασχόληση, προσωρινή απασχόληση, συντάξεις των 400€ , μισθοί των 700 €, σύνταξη στα 67, δάνεια και κάρτες, τα φροντιστήρια των παιδιών, η βενζίνη στα 1,4 €, ο 14ος μισθός που κόβεται , η κατάργηση των συμβάσεων, ο φόβος κι η αγωνία για το αύριο.
Κι απ’ την άλλη ο κόσμος τους: τραπεζίτες, επενδυτές, golden boys, βιομήχανοι κι εφοπλιστές, πολυτελείς επαύλεις, ιδιωτικά τζετ, θαλαμηγοί, χειροποίητες Bentley και θηριώδη Hummer, διαμάντια και τσάντες Luis Vitton και Hermes, η Μύκονος, το Κολωνάκι και η Εκάλη, σαλέ και σούσι μπαρ, χαριτωμένοι μόδιστροι και «καλλιτεχνάδες διανοούμενοι λινάτσες», όπως λένε κι οι Active Member. Ένας κόσμος σπατάλης, χλιδής , σαπίλας και παρακμής.
Τελικά λεφτά υπάρχουν αλλά όχι για μας. Είναι δικά μας αλλά δεν είναι για μας. Εμείς τα «γεννήσαμε» αλλά δε μας ανήκουν. Φταίμε όμως κι εμείς γιατί όπως λέει κι η παροιμία «αν δεν εγονάτιζε η καμήλα δεν τηνε φορτώνανε». Η επίθεση που δεχόμαστε από ΠΑΣΟΚ – ΝΔ –ΕΕ και κεφαλαιοκράτες (διεθνείς και εθνικούς) δε θα σταματήσει ποτέ από μόνη της. Τώρα πρέπει να αναχαιτίσουμε την επίθεση, τώρα να διεκδικήσουμε αναδιανομή του πλούτου, έξοδο από τη ληστρική Ε.Ε. του κεφαλαίου. Για να επιστρέψει πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα που κάποτε πλανιόταν, όπως έλεγε ο Μαρξ. Για ν’ αρχίσουν πάλι να τρέμουν οι ξεσαλωμένες, σήμερα, κυρίαρχες τάξεις.
* Ο Γιάννης Κυριακάκης είναι εκπαιδευτικός και οικονομολόγος
Υπέροχο άρθρο του Χάουαρντ Ζιν (από την Κυριακάτικη Αυγή)
Χάουαρντ Ζιν: “Η δύναμη που καμιά εξουσία δεν μπορεί να υποτάξει”
Σε αυτό τον κόσμο του πολέμου και της αδικίας, πώς μπορεί κάποιος να παραμείνει κοινωνικά δραστήριος και προσηλωμένος στους κοινωνικούς αγώνες διατηρώντας την πνευματική υγεία του χωρίς να αφεθεί στην παραίτηση και τον κυνισμό;
Δεν είμαι βέβαιος για το αν ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, αλλά είμαι απολύτως βέβαιος για το ότι δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε το παιχνίδι όσο όλα τα χαρτιά δεν έχουν παιχτεί. Η μεταφορά είναι σκόπιμη: η ζωή είναι τζόγος. Με το να μην παίζεις, αρνείσαι οποιαδήποτε ευκαιρία να κερδίσεις. Παίζοντας και δρώντας δημιουργείς τουλάχιστον την πιθανότητα αλλαγής του κόσμου.
Υπάρχει η τάση να θεωρεί κανείς ότι αυτό που βλέπουμε σήμερα θα συνεχιστεί επ’ άπειρον. Ξεχνάμε πόσες φορές έχουμε εκπλαγεί από την ξαφνική κατάρρευση θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι, από αναπάντεχα ξεσπάσματα ή εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από το γκρέμισμα συστημάτων εξουσίας που φαίνονταν ανίκητα.
Αν κάτι αναδύεται από την ιστορία των προηγούμενων εκατό χρόνων, αυτό είναι το απολύτως απρόβλεπτο. Μια επανάσταση για την ανατροπή του τσάρου της Ρωσίας σε αυτή την καθυστερημένη ημι-φεουδαρχική αυτοκρατορία όχι μόνο αιφνιδίασε τις προχωρημένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά ξάφνιασε και τον ίδιον τον Λένιν, που έσπευσε να επιβιβαστεί σε ένα τραίνο για την Αγία Πετρούπολη.
Ποιος μπορούσε να προβλέψει τις αλλόκοτες μεταβολές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου; Το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, την προέλαση του φαινομενικά ανίκητου γερμανικού στρατού στη Ρωσία και τις κολοσσιαίες απώλειες που προκάλεσε, το σταμάτημα στις πύλες του Λένινγκραντ, τα δυτικά σύνορα της Μόσχας και τους δρόμους του Στάλινγκραντ, την τελική ήττα του γερμανικού στρατού με τον Χίτλερ κρυμμένο στο καταφύγιό του περιμένοντας να πεθάνει.
Και έπειτα τον μεταπολεμικό κόσμο να παίρνει μια μορφή που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει: Την κινεζική επανάσταση, τη θυελλώδη και βίαιη Πολιτιστική Επανάσταση και ύστερα μία ακόμη ανατροπή, με την μεταμαοϊκή Κίνα να απορρίπτει τις ιδέες και τους θεσμούς της κάνοντας ανοίγματα προς τη Δύση και αγκαλιάζοντας τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κάτι που εξέπληξε τους πάντες.
Κανείς δεν προέβλεψε ότι οι πρώην αυτοκρατορίες της Δύσης θα διαλύονταν τόσο γρήγορα μετά τον πόλεμο ούτε πόσο διαφορετικές θα ήταν οι κοινωνίες που θα προέκυπταν στα νεοσύστατα κράτη, από τον καλοπροαίρετο κοινοτικό σοσιαλισμό του Νιερέρε στην Τανζανία έως την τρέλα του Ιντι Αμίν στη γειτονική Ουγκάντα. Η Ισπανία ήταν μία ακόμη έκπληξη. Θυμάμαι έναν βετεράνο της Ταξιαρχίας Αβραάμ Λίνκολν να μου λέει ότι ο ισπανικός φασισμός δεν μπορούσε να ανατραπεί χωρίς έναν ακόμη αιματηρό πόλεμο. Ωστόσο, όταν πέθανε ο Φράνκο, δημιουργήθηκε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ανοιχτή στους πάντες, τους σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές, τους αναρχικούς.
Το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άφησε δύο υπερδυνάμεις με τις δικές τους σφαίρες επιρροής. Ωστόσο δεν κατόρθωναν πάντα να διαμορφώνουν τις εξελίξεις, ακόμη και στα μέρη του κόσμου που βρίσκονταν κάτω από τον στενότερο έλεγχό τους. Η αποτυχία της Σοβιετικής Ένωσης να πετύχει τον στόχο της στο Αφγανιστάν, η απόφασή της να αποσυρθεί ύστερα από μια δεκαετία κατοχής, ήταν η πιο τρανταχτή απόδειξη ότι ακόμη και η κατοχή πυρηνικών όπλων δεν εγγυάται την κυριαρχία πάνω σε έναν αποφασισμένο πληθυσμό. Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν την ίδια πραγματικότητα. Διεξήγαγαν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο στην Ινδοκίνα πραγματοποιώντας τους βαναυσότερους βομβαρδισμούς μιας μικροσκοπικής χερσονήσου στην παγκόσμια ιστορία και παρ’ όλα αυτά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν.
Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων βλέπουμε καθημερινά νέα δείγματα για την αποτυχία των φαινομενικά ισχυρών να επιβληθούν στους φαινομενικά ανίσχυρους. Όπως στη Βολιβία και τη Βραζιλία, όπου τα κινήματα βάσης των εργαζομένων και των φτωχών εξέλεξαν νέους προέδρους που υπόσχονται να καταπολεμήσουν την καταστροφική εξουσία των επιχειρήσεων.
Κοιτώντας κανείς τον κατάλογο των μεγάλων εκπλήξεων, είναι σαφές ότι ο αγώνας για τη δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπεται εξαιτίας της συντριπτικής δύναμης εκείνων που διαθέτουν τα όπλα και τα χρήματα και που φαίνονται ανίκητοι στην εμμονή τους να τα διατηρήσουν. Η δύναμη αυτή αποδείχτηκε επανειλημμένα ευάλωτη απέναντι σε ανθρώπινες αρετές λιγότερο μετρήσιμες από τις βόμβες και τα δολάρια: το ηθικό σθένος, την αποφασιστικότητα, την ενότητα, την οργάνωση, την αυτοθυσία, το πνεύμα, την εφευρετικότητα, το κουράγιο και την υπομονή.
Είτε απο τους μαύρους της Αλαμπάμα και της Νότιας Αφρικής είτε από τους αγρότες του Ελ Σαλβαδόρ, της Νικαράγουας και του Βιετνάμ είτε από τους εργάτες και τους διανοούμενους της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της ίδιας της Σοβιετικής Ενωσης. Κανένας ψυχρός υπολογισμός για τον συσχετισμό δυνάμεων δεν πρέπει να αποθαρρύνει ανθρώπους που έχουν πειστεί για το δίκιο του αγώνα τους.
Προσπάθησα σκληρά να μιμηθώ τους φίλους μου στον πεσιμισμό τους για τον κόσμο (είναι τελικά μόνο οι φίλοι μου;), αλλά εξακολουθώ να συναντώ ανθρώπους που, παρά τα τρομακτικά πράγματα που συμβαίνουν γύρω τους, μου δίνουν ελπίδα. Όπου και αν πάω συναντώ τέτοιους ανθρώπους. Ιδίως νέους ανθρώπους, στους οποίους και ανήκει το μέλλον.
Και πέρα από μια χούφτα ακτιβιστών, φαίνεται να υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες άλλοι που παραμένουν ανοιχτοί στις ανορθόδοξες ιδέες. Όμως δεν φαίνεται να γνωρίζουν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και έτσι, ενώ επιμένουν, το κάνουν με την απελπισμένη υπομονή του Σισύφου που χωρίς τέλος σπρώχνει τον βράχο του πάνω στο βουνό. Προσπαθώ να πω σε κάθε ομάδα ότι δεν είναι μόνη και ότι οι ίδιοι άνθρωποι που αποκαρδιώνονται από την απουσία ενός εθνικού κινήματος αποτελούν απόδειξη για τη δυνατότητα ενός τέτοιου κινήματος.
Οι επαναστατικές αλλαγές δεν έρχονται σε μια κατακλυσμική στιγμή (θα πρέπει να ανησυχούμε για τέτοιες στιγμές), αλλά σαν μια ατέλειωτη διαδοχή εκπλήξεων, μια ελικοειδής πορεία προς μια πιο αξιοπρεπή κοινωνία. Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγάλες, ηρωικές στιγμές για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται από εκατομμύρια ανθρώπους, μπορούν να μετατραπούν στη δύναμη που καμιά εξουσία δεν μπορεί να καταστείλει, στη δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο.
Ακόμη και όταν δεν “κερδίζουμε”, υπάρχει η χαρά και η ικανοποίηση ότι συμμετείχαμε με άλλους ανθρώπους σε κάτι σημαντικό. Χρειαζόμαστε την ελπίδα. Ο αισιόδοξος δεν είναι απαραίτητα ένας μακάριος, ελαφρώς ανόητος τύπος που σφυρίζει μέσα στα σκοτάδια του καιρού μας. Το να είσαι αισιόδοξος σε δύσκολους καιρούς δεν σημαίνει να είσαι ανόητα ρομαντικός. Είναι κάτι που πηγάζει από το γεγονός ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία όχι μόνο ανταγωνισμού και σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, αυτοθυσίας, κουράγιου και καλοσύνης.
Αυτό που επιλέγουμε να υπογραμμίσουμε σε αυτή την πολύπλοκη ιστορία θα καθορίσει τελικά τις ζωές μας. Αν βλέπουμε μόνο το χειρότερο, η δυνατότητά μας να δράσουμε καταστρέφεται. Αν θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς και τα μέρη όπου οι άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν με αληθινή μεγαλοπρέπεια, αυτό μας κινητοποιεί και δίνει τουλάχιστον την πιθανότητα να στρέψουμε τον κόσμο προς διαφορετική κατεύθυνση. Και όταν δρούμε, δεν χρειάζεται να περιμένουμε κάποιο ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη αλληλουχία παρόντων και με το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι σε πείσμα όλων των άσχημων πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω μας, είναι από μόνο του μια υπέροχη νίκη.
Οι μετανάστες ως «της γης οι κολασμένοι»: σκόρπιες σκέψεις για το νομοσχέδιο της ιθαγένειας
«Αφού η δημοκρατία συνεπάγεται εξ ορισμού σχετικά υψηλά επίπεδα καθολικότητας, ισονομίας, διαβούλευσης και προστασίας, προϋποθέτει ανυπερθέτως και την ιδιότητα του πολίτη» Charles Tilly, 1999
Έχω ακούσει αρκετές απόψεις τις τελευταίες μέρες για τους μετανάστες και το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθω στις εσώτερες λεπτομέρειες και του ίδιου του νομοσχεδίου που είναι άτολμο και περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις του μικρό αριθμό μεταναστών σε σχέση με το σύνολο. Έχει το χουζούρι του όμως να παρακολουθεί κανείς κόμματα, εντεταλμένους δημοσιολόγους, think tanks και πολίτες, δηλαδή συντεταγμένες πολιτικές και «ελεύθερα» σκεπτόμενα υποκείμενα, να είναι είτε υπέρ είτε κατά του νομοσχεδίου, με διαβαθμισμένα επιχειρήματα και από τις δυο πλευρές. Και το καλύτερο απ’όλα: η λαϊκίστικη ακροδεξιά ρητορεία ξαναπιάνει το νήμα της συκοφάντησης και του ψεύδους σα να μην πέρασε μια μέρα από το θάνατο του Υπουργού Προπαγάνδας της ναζιστικής Γερμανίας.
Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια ως τη νομική επικύρωση της συμβολής της Αριστεράς σε ένα ζήτημα που μέχρι χθες το πάλευε μόνη της. Θα μπορούσε εξίσου να πει κάποιος ότι η Σοσιαλδημοκρατία αποδεικνύει την όντως ευαισθησία της για τα ζητήματα των μεταναστών. Τέλος, κάποιος σοβαρός φιλελεύθερος θα μπορούσε να προσθέσει ότι η νομιμοποίηση μέρους των μεταναστών είναι πάρα πολύ καθυστερημένη σε σχέση με την προσφορά τους στην οικονομία της χώρας.
Τι ωραία συναίνεση!Ποιο είναι αυτό που πρέπει να διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές; Είναι σαφές στους περισσότερους πολίτες ότι οι μετανάστες, όταν και εφόσον καταφέρουν να νομιμοποιηθούν με διαδικασίες που τους κοστίζουν δυσθεώρητα σε οικονομικούς και ψυχολογικούς πόρους, καταπιάνονται με χειρωνακτικές εργασίες στις οποίες συνήθως εξειδικεύονται. Γίνονται, με άλλα λόγια, η εργατική τάξη που πλέον πουθενά στην Ευρώπη (στην πρώην δυτική Ευρώπη) δεν υπάρχει σε πλειοψηφικούς αριθμούς, όπως μέχρι περίπου την δεκαετία του 1970. Οι σημερινοί μετανάστες αναλογικά μοιάζουν με τους εσωτερικούς μετανάστες της Ελλάδας των δεκαετιών μετά τον Πόλεμο. Αλλιώς: οι «ξένοι», σε συνθήκες υπογεννητικότητας, αναζωογονούν τον πληθυσμό και για να το πούμε και στεγνά, «καπιταλιστικά», μας σώζουν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Οι ακροδεξιές φωνές (και όχι μόνο) που αντιτίθενται στο νομοσχέδιο ξεχνούν τις ελληνικές μεταναστευτικές ροές προς όλο το κόσμο και προσπαθούν να τοποθετηθούν εναντίον του νομοσχεδίου με όρους δικαίου του αίματος(και όχι του εδάφους).
Είναι αυτονόητο ότι μετανάστευση δεν συνέβη για πρώτη φορά στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’90 και του 2000. Οι άνθρωποι μεταναστεύουν για αρκετούς λόγους και δε χρειάζεται να αναφερθώ σε όλους, αλλά δυο κύριοι θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι οι πόλεμοι και οι παγκοσμιοποιήσεις. Λέγοντας παγκοσμιοποιήσεις εννοούμε τις περιόδους μετά το 1500 (ραγδαία επέκταση της επιρροής της Ευρώπης, ανάπτυξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, επέκταση Κινέζων , Αράβων ) , από το 1850 έως το 1914 ( όπου η μετανάστευση σε αριθμούς ήταν περίπου: 3 εκ. Ινδοί,9 εκ. Ιάπωνες, 10 εκ Ρώσοι, 20 εκ. Κινέζοι και 33 εκ. Ευρωπαίοι) και η τωρινή που εκκινεί από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά με μεγάλη επιτάχυνση από το τέλος του 20ου αιώνα μέχρι και σήμερα.
Η ιστορική καταγραφή δεν είναι μόνο για να δείξει σε κάποιον αμερόληπτο αναγνώστη κατά πόσο είναι σύνηθες να μεταναστεύουν οι άνθρωποι (που είναι), αλλά, αν μπορέσει να αναγνώσει καθαρά, να κατανοήσει ότι η μετανάστευση βρίσκεται σε αγαστή συνάφεια με τις πολιτικές που εφαρμόζουν τα ούτως ή άλλως μεταλλασσόμενα σε όλο αυτό το καιρό Κράτη.
Σε ένα κόσμο που οι μεταναστευτικές ροές είναι λοιπόν το ισοδύναμο του περαιτέρω ανοίγματος της ψαλίδας πλουσίων και φτωχών σίγουρα είναι κουτό η Δύση να προσπαθήσει να κλείσει τα σύνορα της (λες και κάτι τέτοιο πρακτικά μπορεί να γίνει ποτέ) ή να μετακινεί αναγκαστικά στα σύνορα τους παράνομους μετανάστες των χωρών της (λες και μπορεί ποτέ να τους βρει σε πλειοψηφικούς αριθμούς).
Στον κόσμο, δηλαδή, που ξαναδιαμορφώνεται εκτός των πλαισίων των εθνοκρατών η μετανάστευση είναι το υλικό απότοκο της αέναης αναδιανομής οικονομικών (και όχι μόνο) πόρων. Μπορούμε να προσλαμβάνουμε άραγες την μετανάστευση με θετικό πρόσημο; Σαφώς, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο θα συνέβαινε σε ένα κόσμο όπου πέραν της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και εμπορευμάτων θα μπορούσε να υπάρχει και ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων. Και, περισσότερο, αυτό να εντάσσεται σε μια πολιτική παραδοχή του ότι ποτέ δε θα δημιουργήσουμε πλουραλιστικές πολυπολιτισμικές κοινωνίες μιας σχετικής ευημερίας αν λησμονούμε την διακύβευση της σχετικής οικονομικής δημοκρατίας. Έτσι λοιπόν, και μέχρι τότε, μάλλον θα πρέπει εμφατικά να ανεχθούμε ότι το μεταναστευτικό αντίστοιχο της ταξικής πάλης είναι η ανάγκη.
Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι δε θα σταματήσουν να μεταναστεύουν εφόσον το χρειάζονται και δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν. Χρέος, λοιπόν, της ΕΕ (άρα και του ελληνικού κράτους) είναι να πολιτογραφεί τους μετανάστες σε ένα σύστημα αυτοδίκαιης κτήσης της ιθαγένειας έτσι ώστε να αποκτούν «το δικαίωμα των δικαιωμάτων», κατά την Hanna Arendt. Αυτό, αν δεχτούμε τον προοιμιακό ορισμό του Tilly για τη δημοκρατία και με δεδομένη την δημοκρατικότητα των χωρών της ΕΕ και άρα της Ελλάδας.
Η κωλοπιλάλα του περσινού Δεκέμβρη
Βασίλης Ν. Ρόγγας, Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009
Στη συμβατική πολιτική επιστήμη (που εστιάζει σε θεσμούς και διαδικασίες διακυβέρνησης) οι κοινωνικές συγκρούσεις συνιστούν κατά κανόνα εξωγενή και συγκυριακό παράγοντα: διαταραχές, στιγμές τρέλας. Όμως, από την άνθηση των νέων κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και έπειτα, η συγκρουσιακή πολιτική, που όρθωσε το θεωρητικό της ανάστημα έναντι μιας εργαλειακής και εν πολλοίς παρωχημένης «μαρξιστικής-λενινιστικής»
Όλο το προηγούμενο θα συνιστούσε ακαδημαϊσμό σε μια γραφή για τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου, αν δεν γινόταν προσπάθεια από διάφορες μεριές -κυρίως κομματικούς φορείς και πάντως όλους τους κοινοβουλευτικούς πλην του ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως τα κανάλια, τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα- να απονομιμοποιηθεί, να αναθεωρηθεί το όποιο απόσταγμα ή τα γεγονότα της νεανικής εξέγερσης*. Αμφισβητήθηκε ακόμα και η ορολογία εξέγερση . Τι έγινε πέρυσι λοιπόν;
Τα περσινά δεκεμβριανά, είναι αρχέτυπο εξέγερσης, διάχυτων δηλαδή σε όλη την επικράτεια συμβάντων, κυρίως συγκρουσιακών, μειοψηφικού κομματιού του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού εναντίον πολιτικών, κατασταλτικών ή και άλλων θεσμών, συμβόλων και κτιρίων και του προσωπικού τους, συμβατικής ή και βίαιης μορφής. Το «μειοψηφικό» δε σημαίνει, βεβαίως, μικρό αριθμό συμμετεχόντων στα γεγονότα σε σχέση με προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα στην Ελλάδα (ίσα-ίσα ο αριθμός είναι τεράστιος) , αλλά σε σχέση με το όλον του πληθυσμού.
Η εξέγερση δεν ευτύχησε να συσταθεί σε κίνημα ή κινήματα. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Αποτέλεσε ένα συγκρουσιακό pick το οποίο έσβησε σχεδόν παντού μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου. Όπως περίπου κάνουν όλες οι εξεγέρσεις. Δεν πλαισιώθηκε αξιακά με πολιτικά κατά κύριο λόγο προτάγματα (για παράδειγμα το καταστασιακής έμπνευσης «τα θέλουμε όλα πίσω» δε συνιστά υλοποιήσιμο πολιτικό αίτημα, ποια είναι τα όλα;), ενώ κανένας φορέας της κοινωνίας των πολιτών (συνδικάτο, κόμμα, οργάνωση) δε μπόρεσε επαρκώς να αντιπροσωπεύσει τα ούτως ή άλλως ετερόκλητα κομμάτια των εξεγερμένων **. Ο Δεκέμβρης δεν αναδιοργάνωσε τους φορείς που τον στήριξαν ούτε δημιούργησε σοβαρούς καινούργιους, όμως κόμισε καινούργιο ρεπερτόριο δράσης: κατάληψεις σε στρατηγικά σημεία της πόλης, από τους «καθ’ύλην» αρμόδιους (ΕΣΗΕΑ, Ακρόπολη, Λυρική αργότερα, φυλακές, θέατρα, σχολεία, πανεπιστήμια, ραδιοφωνικούς σταθμούς, δημαρχεία κλπ κλπ- παραλίγο και αστυνομικά τμήματα), καλλιτεχνικά δρώμενα άγνωστα στην Ελλάδα κλπ.
Τα παραπάνω δεν είναι μια προσπάθεια θεωρητικής απονεύρωσης των γεγονότων του Δεκέμβρη. Πολύ απλά τα ίδια τα γεγονότα δε θα μπορούσαν να χωρέσουν σε ένα κείμενο ακόμα και αν τα χώριζα όλα με κόμμα χωρίς καθόλου ρήματα. Η απόσταση όμως από τα βιωματικά -για πολλούς από εμάς της Αριστεράς- γεγονότα μπορεί να μας κάνει να στοχαστούμε νηφάλια για αυτά.
Και ναι, στην εξέγερση του Δεκέμβρη διαλέχθηκαν όλα τα πεδία του κοινωνικού, πολιτικού και όχι μόνο: η παιδεία και η εργασία, η ψυχολογία και η ηθική, η αντιπροσώπευση και ο τρόπος άσκησης του πολιτικού, η διάσταση προσδοκιών και πραγματικότητας και το ατελέσφορο της ζωής όπως τη ζούμε τώρα… Ίσως θα ήταν πιο δόκιμη, πιο γραμμιτζίδικη μια γραφή που να αναλάβει να ενοποιήσει ή να αναπροσαρμόσει τα διάσπαρτα αιτήματα ή στοχασμούς της εξέγερσης αλλά αυτό δε θα ήταν ούτε εφικτό αλλά ούτε και τίμιο ακόμα και αν ήμουν ο καλύτερος δομιστής.
Εκείνο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια διαφάνηκε το αισθητήριο των ανθρώπων να ξεχωρίσουν το ουσιώδες από το επουσιώδες. Εμπεδώθηκε, και μένει να δούμε αν μπορεί αυτό να γίνει και πολιτικό πρόταγμα, ότι η ζωή με ψυχολογικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους δεν βιώνεται στη δεδομένη κατάσταση με την όντως θέρμη που θα μπορούσε αυτό να συμβεί. Οι άνθρωποι για μια ακόμη φορά στην Ιστορία ψυχανεμίστηκαν ότι οι άλυτες αντιφάσεις που συνέχουν το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα (τον καπιταλισμό δλδ) δεν τους πρέπουν. Και ότι χρειάζεται να αρθούν αυτές και τη θέση τους να λάβει μια κοινωνία της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης, της ελευθερίας. Μόνο που οι εξεγερμένοι (και μέσα σε αυτούς μπαίνουν και οι φορείς που λάβανε μέρος στην εξέγερση) δε γνωρίζουν τον τρόπο πραγματοποίησης αυτής της υπέρβασης, ούτε υπάρχουν μανιέρες να ακολουθηθούν.
Από ότι φάνηκε δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ρωμαλέα κοινωνία των πολιτών (με την γκραμσιανή έννοια) έτοιμη ή με τεράστια θέληση να ανατρέψει το κυρίαρχο παντού και στη θέση του να έχει σκεφτεί κάποιο άλλο. Υπάρχει φορέας ή φορείς που μπορούν ή πρέπει να πάρουν από το χέρι μια εξέγερση και να την οδηγήσουν κάπου; Η ιστορία αυτό δείχνει. Μάλλον, όμως, δεν έχουμε το ακόμα φορέα. Ή αυτός/οι που έχουμε δεν είναι ακόμα έτοιμος/οι. Ας είναι. Η δουλειά του μελλοντικού φορέα μιας κατοπινής εξέγερσης θα είναι να πολιτικοποιήσει την οργή που θα καταλάβει την κοινωνία, να ενώσει τις φωνές με αχτύπητα αιτήματα-συνθήματα, να οργανώσει και να οργανωθεί από την διάχυτη αντίσταση. Να μετουσιώσει το αυθόρμητο σε πολιτική ισχύ.
Και αυτή η εξέγερση είναι νομοτελειακό ότι θα υπάρξει.
Το αποδεικνύει όλη η ανθρώπινη ιστορία.
*Για να μην λέγονται πράγματα που δεν έχουν σχέση με καμία θεωρητική επεξεργασία καλό θα ήταν όσοι θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με τις εξεγέρσεις, τις επαναστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα να ανατρέξουν στη βιβλιογραφία των S. Tarrow, Ch. Tilly, A. Touraine ή στους Έλληνες πανεπιστημιακούς Σ. Σεφεριάδη, Μ. Ψημίτη. Θα εκπλαγούν από την ευρύτητα και το βάθος των αναλύσεων και της συστηματικότητας ελέγχου των εν λόγω θεματικών. Εννοείται ότι όλοι αυτοί αποκάλεσαν τα περσινά δεκεμβριανά «εξέγερση».
** Είναι όμως αλήθεια ότι μέρος του σώματος των εξεγερμένων το καρπώθηκε κατά κύριο λόγο ο αντιεξουσιαστικός χώρος, ενώ τη μεγαλύτερη πολιτική χασούρα κυρίως λόγω της στηλίτευσης της στάσης του από τα ΜΜΕ κ τα λοιπά κοινοβουλευτικά ή μη κόμματα, για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, την είχε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η θεσμοποιημένη επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.Θεσμοποιημένη;
Χρόνια τώρα κατεβαίνουμε στις πορείες που γίνονται για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πιο μικροί ήμαστε κοντά στην ΚΝΕ που φαινόταν πολύ συγκροτημένη και μεις δεν είχαμε ιδέα από δρόμο. Θυμάμαι, μάλιστα, από τις πρώτες φορές, όταν με την παρέα μου στρίψαμε να φύγουμε στο Σύνταγμα μια πλήρως μαστουρωμένη και αρχετυπική κνίτισσα να μας εγκαλεί λέγοντας το αμίμητο: «που πάτε ρε σύντροφοι, σε λίγο θα αρχίσει η επανάσταση»!
Δεν καλοξέραμε γιατί κατεβαίναμε, μόνο είχαμε μια αίσθηση αδιόρατου χρέοyς . Τώρα σκέφτομαι ότι αν αυτή η πορεία, που στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης συγκέντρωνε κανά εκατομμύριο λαού, θεσμοποιήθηκε και άρα έχασε την προωθητική δύναμη που θα μπορούσε να έχει μια περπατητούρα μνήμης, τιμής και πολιτικής επανασυγκρότησης. Τι έγινε και μισερεύτηκε έτσι, αν μισερεύτηκε;
Για να δούμε… Το concensus της Μεταπολίτευσης στήθηκε στο βωμό της μνήμης εκείνης της ματωμένης καταστολής της εξέγερσης αλλά και της εναντίωσης όλων των πολιτικών παρατάξεων στη Χούντα και τους συνταγματάρχες ηγέτες της. Παράλληλα, οι πολίτες, σχεδόν κοιμισμένοι, δέχτηκαν τις μανιχαιστικές αντιλήψεις του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ για τα αίτια και την πολιτική διαδρομή της Χούντας. Δεν περίσσευε χώρος για ακαδημαϊκές ή έστω ψύχραιμες αναλύσεις μέσα στον εσμό «της ανόδου της ταξικής πάλης» των πρώτων χρόνων μετά το 1974.
Φτάσαμε σε σημείο εδώ και χρόνια η ΚΝΕ να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κάτω πολυτεχνείου, ενώ τότε, το 1973, θεωρούσε ότι η κατάληψη είναι λοβιτούρα 300 προβοκατόρων (στην πραγματικότητα ξεκίνησε από πορεία φοιτητών, κυρίως της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και αναρχικών). Να και ένα ακόμα: τα παιδιά στα σχολεία διδάσκονται σε γιορτή το τι έγινε τότε, οπότε και η πλειοψηφία ούτε καν ακούει τα χιλιοειπωμένα ηρωικά δασκάλων και συντελεστών μαθητών της γιορτής. Παρένθεση: θυμάμαι στο Λύκειο παιδιά της τρίτης λυκείου (μεταξύ αυτών και τον αδερφό μου) να τραγουδάνε την «Ασφάλεια» από Τρύπες (που κάποια στιγμή έχει ένα στίχο «βρες το κουράγιο, να τους γαμάς», ενν. τους ασφαλίτες) και πήραν το περισσότερο χειροκρότημα.
Γιατί έτσι λοιπόν; Προφανώς είναι αδύνατον να μη θεσμοποιηθεί επετειακά (και άρα νεκρά) ένα τέτοιο μεγάλο γεγονός που επαναλαμβάνεται μάλιστα σαν σε ιεροτελεστία κάθε χρόνο: οι φοιτητικές νεολαίες κάνουν κατάληψη στο Πολυτεχνείο τα ξημερώματα της 14ης Νοεμβρίου, όπως και το 1973, σε μια απίστευτα φολκλορική εκδοχή της ενδοαριστερής πολιτικής αντιπαράθεσης (όποιος δεν έχει πάει στο «ντου» του Πολυτεχνείου να το κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του, προσφέρει άφθονο γέλιο).
Ταυτόχρονα, είναι πολύ λογικό τα κυρίαρχα ΜΜΕ να μη τα αφορούν συλλογικά γεγονότα σαν τη 17η Νοέμβρη, παρά μόνο για το επετειακά συγκρουσιακό κομμάτι που μπορεί να ενέχουν. Μια καθαρή, μεγάλη πορεία δε θα φανεί ποτέ στα δελτία των 8 (και γίνονται πολλές τέτοιες πορείες κάθε χρόνο).
Τότε προς τι ο λόγος να γίνεται η πορεία; Γιατί να πηγαίνουμε κάθε φορά στην πρεσβεία «των φονιάδων των λαών αμερικάνων»;
Η συλλογική μνήμη και κατ’επέκταση η αφήγηση της ιστορίας είναι κάθε χρόνο, κάθε φορά υπό διαρκή διαπάλη , είναι επίδικο. Και κάθε πολιτικός φορέας, κυβερνητικός ή μη, προσπαθεί να αφηγηθεί τα όποια γεγονότα σκεπτόμενος ότι πρέπει η δική του αφήγηση να ηγεμονεύσει και να γίνει καθολική. Είναι, τραβηγμένος είναι η αλήθεια, ένας μεταλλαγμένος γκραμσιανός πόλεμος θέσεων ακόμα και ο τρόπος κοινοποίησης (το μήνυμα του, όπως μας παπαριάζουν τα αυτιά οι δημοσιογράφοι) που θα έχει η πορεία του Πολυτεχνείου.
Και έχει και ένα άλλο, αρκετά πιο βαρύ που σταματάει να παλατζάρει τη σκέψη στο αν είναι σοβαρό ή όχι να κατεβαίνεις σε τέτοιες πορείες (δεν είναι μόνο η πορεία του Πολυτεχνείου σε αυτή τη μπάντα, είναι και η Πρωτομαγιά ή ας πούμε και από φέτος και έπειτα η 6η Δεκεμβρίου, ημερομηνία θανάτου του Γρηγορόπουλου). Από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά καμιά φοιτητική εξέγερση πουθενά στον πλανήτη δεν έστειλε στον τάφο τόσο πολύ κόσμο όσο το ελληνικό Πολυτεχνείο. Και, παράλληλα, είχε και πρακτικά αποτελέσματα σηματοδοτώντας το τέλος μιας Χούντας και πάντως σίγουρα το κυβερνητικό τέλος της πρώτης ενδοστρατιωτικής φατρίας συνταγματαρχών που είχε τα ηνία μέχρι τότε (η αλλαγή του Παπαδόπουλου από τον «αόρατο» Ιωαννίδη).
Οπότε σαφώς και έχει νόημα να απονομιμοποιηθεί ξανά η 17η Νοεμβρίου στα μάτια των μικροαστών, που είναι οι ίδιοι με εκείνους της μεταπολίτευσης «που εφτά χρόνια/έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι/και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–/βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας/«Δώστε τη χούντα στο λαό». Έχει νόημα η επανανοηματοδότηση στο σήμερα, στο τώρα των προβλημάτων της νεολαίας. Και η σημερινή νεολαία έχει περισσότερους λόγους εξέγερσης από της γενιά του Πολυτεχνείου. Το αν θα το κάνει είναι (;) στη διακριτική πολιτική της ευχέρια. Η σιγουρία που έχω ότι θα ξαναεξεγερθεί, χωρίς να γνωρίζω του όρους ή το πότε αυτής της εξέγερσης, είναι η δεδομένη διάσταση προσδοκιών και πραγματικότητας που συναισθάνεται μεγάλο μέρος της διαταξικής αυτής κοινωνικής κατηγορίας.
Υ.Γ.1: μεγάλη η φετινή πορεία, η μεγαλύτερη των τελευταίων 10 χρόνων. Επειδή σίγουρα είμαι φετιχιστής των αριθμών υπολογίζω τουλάχιστον 25.000 κόσμο(και πέφτω μέσα ή τουλάχιστον έτσι λένε οι περισσότεροι φίλοι μου). Μεγάλα τα μπλοκ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των αντιεξουσιαστών και του ΣΥΡΙΖΑ. Η Νεολαία Συνασπισμού με τρία πολύ μεγάλα μπλοκ, νομίζω μεγαλύτερα από ποτέ. Τεράστιος ο όγκος των μπλοκ του ΚΚΕ. Και καμιά 500ρια πασόκοι που τρόμαζες να τους βλέπεις, γυαλίζαν τα μάτια τους. Λογικό, αφού τρώνε ξύλο σχεδόν κάθε χρόνο.
Υ.Γ. 2: Καμιά 300ρια προσαγωγές. Μπράβο Μιχάλη, να τις 1000σεις το Δεκέμβρη.
Υ.Γ. 3 : Να πω και το τσιτάτο μου σαν συνεπής αριστερός σε σχέση με το μέλλον: «Οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους, αλλά δε τη δημιουργούν όπως εκείνοι θέλουν. Δεν την δημιουργούν κάτω από συνθήκες διαλεγμένες από τους ίδιους, αλλά κάτω από συνθήκες που συναντούν τελείως απροσδόκητα, δοσμένες και κληροδοτημένες από το παρελθόν». Κ.Μαρξ, Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη











