Εκείνο που λείπει ή το τρίτο που ενεργοποιεί το δίπολο
Βασίλης Ν. Ρόγγας
Στις παρεΐστικες πολιτικές κουβέντες των τελευταίων μηνών εκείνο που διαπιστώνουν οι συζητητές είναι η απογοήτευση των πολιτών από όλους και όλα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και όταν οι αριστεροί δε θέλουν ή δε μπορούν να το παραδεχτούν, φαντάζει ως η πλέον ρεαλιστική άσκηση διακυβέρνησης, εφόσον από τη μία η ΝΔ λαϊκίζει -ενώ όλοι γνωρίζουν πως θα έπραττε ακριβώς τα ίδια- και από την άλλη η Αριστερά απογειώνεται σε μαξιμαλιστικές ατραπούς μη ρεαλιστικών και υλοποιήσιμων λύσεων.
Το δεύτερο που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς, όταν βεβαίως ανοίγεται σε κουβέντες με ανθρώπους πέραν του περίγυρου που ευθυγραμμίζεται σε δοσμένες συναντιλήψεις, είναι η οργή. Η συγκινησιακή αυτή συνιστώσα είναι πολυκερματισμένη. Κανείς δε μπορεί να ιεραρχήσει τους αίτιους της σημερινής κατάστασης με αχτύπητο κριτήριο, ενώ δεν ομονοείται πως θα μπορούσε να είναι σαρωτική τούτη η λαϊκή οργή.
Και όλα αυτά ενώ οι αναλύσεις εφημερίδων, κομμάτων και διανοουμένων για τις δημοτικές εκλογές –αλλά και το ίδιο το γεγονός της εκλογικής διαδικασίας- δεν ανέκοψαν τις δυο αυτές τάσεις. Η οργανωμένη προσπάθεια των φορέων του κυρίαρχου λόγου να αποδείξει πόσο χρήσιμη είναι η αποκομματικοποίηση των δημοτικών εκλογών και πόσο πολύ χάρηκε ο κόσμος γι’αυτό, προσκρούει στο απίστευτα μεγάλο σιχτίρισμα της αποχής.
Το υλικό, η απογοήτευση και η οργή, έχει όλα τα φόντα να είναι εκρηκτικό. Δε σημαίνει όμως ότι θα εκραγεί. Αλλά ακόμα και όταν συμπληρωθούν όλα τα υλικά του κοκτέιλ των παραγόντων που χρειάζεται για να αντιδράσει ο κόσμος δε σημαίνει ότι η αντίδραση του θα είναι προοδευτική. Οι θεσμοθετημένοι φορείς της διαμαρτυρίας, οι διάφορες εκφάνσεις της Αριστεράς, είναι μέχρι τώρα για τον πολύ κόσμο είτε αδρανείς είτε παρωχημένοι.
Στις σημερινές κουβέντες των ανθρώπων λείπει μια καίρια διάσταση που αλλάζει όλη τη ροή του αναστοχασμού για το πραγματικό: η ελπίδα. Δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί σε μια μικρή σημείωση το πλάτος και το βάθος της έννοιας/πραγματικότητας/κατάστασης «ελπίδα». Για την οικονομία του λόγου είναι ακριβώς αυτό που ψυχανεμίζεται ο καθένας: η έμπρακτη συναισθηματικά θέαση της πραγματικότητας υπό το πρίσμα μιας ορισμένης αισιόδοξης προοπτικής στο ατομικό και το συλλογικό πεδίο.
Φυσικά και οι συναισθηματικές προσλαμβάνουσες δε φτάνουν. Είναι όμως αναγκαίες παρόλο που δεν είναι ικανές συνθήκες κινητοποίησης. Και αν λέμε ότι υπάρχει κάτι που αφορά στην κοινωνική ζωή όταν και υλικά πραγματώνεται, όπως κάποιος υλιστής θα ήθελε να προτάξει, τότε στην περίπτωση μας, ως πομποί που θα ήθελαν να αλλάξουν τα πράγματα, δεν υπάρχει τίποτα.
Ή μάλλον υπάρχουν όλα, αλλά όλα είναι αναξιόπιστα: τα κόμματα, τα συνδικάτα, οι αναρχικοί, η κοινωνία των πολιτών, η πολιτισμική δημιουργία, η νεολαία, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ…
Έχουμε λοιπόν πολλά να κάνουμε. Πιο πολλά από ποτέ στο λιγότερο χρόνο που είχαμε ποτέ. Και κυρίως να επινοήσουμε δημιουργικούς τρόπους διαλεκτικών συνθέσεων. Η δράση με τη σκέψη, οι φορείς με την κοινωνία, το οικονομικό με το πολιτικό, η πραγματικότητα και η προοπτική, το μίκρο με το μάκρο, η ελπίδα με τις ήδη υπάρχουσες εστίες αντίστασης.
Αυτή η τελευταία είναι η πλέον επιτακτική και σίγουρα η πιο δύσκολη. Δεν φταίει ότι δεν υπάρχουν πληθώρα συλλογικοτήτων που δυναμικά αντιπαρατίθενται στο κυρίαρχο της μεταμνημονιακής οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. Ούτε, φυσικά, υπάρχει πρόβλημα στο αν ακολουθούν το παραδοσιακό ρεπερτόριο δράσης, μεταχειρίζονται παρωχημένο λεξιλόγιο ή είναι λοβοτομημένες οργανωτικά. Πλέον υπάρχουν τα πάντα και στα τρία αυτά βασικά πεδία για να συμβούν κινήματα.
Το ζήτημα είναι να αναγνωριστούν από τους πολίτες ως δικές τους και όχι μεταφυσικές συλλογικές αποκρυσταλλώσεις που μπορούν αποτελεσματικά και να αμύνονται και να επιτίθενται στη σκληρά επιβεβλημένη ταξικότητα. Αν δεν επινοήσουμε ξανά τους τρόπους οικειοποίησης, αν δεν δημιουργήσουμε τα κανάλια κοινωνικής εισροής της απογοήτευσης και της οργής προτάσσοντας την ελπίδα σε υλοποιήσιμους στόχους δε μπορούμε να μιλάμε εξ ονόματος της κοινωνίας(αν πρέπει να μιλάμε ποτέ έτσι). Αν δε μπει η κοινωνία μπροστά για να ξεμπλοκάρει και το δικό μας πολιτικό φαντασιακό δε συνιστούμε δομές αντίστασης. Είμαστε ες αεί εν δυνάμει τέτοιες.
Αυτός ο δρόμος είναι αλληλοτροφοδοτούμενος. Δυο σημεία εκκίνησης: η κοινωνία και οι πολιτικοί ριζοσπάστες. Και οι ροές είναι και αυτές δυο: οι πολιτικά ριζοσπαστικοί(με προοδευτικό πρόσιμο) θα πρέπει να ξαναγράψουν τη μεγάλη αφήγηση και η κοινωνία θα πρέπει να την συνδιαμορφώνει, να την μεταλλάσσει να την καθοδηγεί. Καμία αγαστή συνάφεια δε μπορεί να υπάρξει αν δεν ενωθούν αξεχώριστα τούτα τα δυο, αν δε λυσσάξουν στη ζύμωση και δεν αυτοαναιρεθούν σε ένα μετά εντελώς διαφορετικό από ότι η σημερινή κατάσταση, αν δεν συντεθούν διαλεκτικά.
Με αυτήν την έννοια τίποτα από όσα έχουμε χτίσει ως δομές αντίστασης μέχρι σήμερα δεν είναι άχρηστο. Πάντα θα έχουν τη δυνατότητα είτε να είναι ανενεργά είτε να εκρήγνυνται. Για το δεύτερο χρειάζεται ένα βήμα πίσω, στον αναστοχασμό, μπόλικα βήματα μπροστά, στην τόλμη της ανασύνθεσης. Έτσι και γεννιέται και τροφοδοτείται και φουντώνει η ελπίδα : σαν ο τρίτος που ενεργοποιεί το δίπολο.
Το έχουμε; Το πιθανότερο είναι τα παραπανω να μείνουν ευχολόγιο. Όμως απλώς το πιθανότερο. Ποτέ σίγουρα.