Που είναι η εξέγερση ενάντια στην οικονομική κρίση;

Σεπτεμβρίου 21, 2010 at 13:25 (Καπιταλισμός, Κοινωνικά Κινήματα) (, )

Βασίλης Ν. Ρόγγας

Διακαής πόθος των όποιας υφής αριστερών από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008 στην Ελλάδα είναι να φανεί κινηματικά με τον πιο δυναμικό τρόπο η δυσαρέσκεια των τάξεων που πλήττονται. Αυτό είναι κάτι, που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.

Το γιατί είναι εύλογο. Παρόλη , δηλαδή, την εύστοχη και έγκαιρη οικονομική ανάλυση με τα μαρξικά εργαλεία, που για μια ακόμη φορά φάνηκαν επαρκή στο να προβλέπουν την οικονομική συμπεριφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το προσδοκώμενο πολιτικό απότοκο δεν έρχεται.

Ας δούμε ποιοι πλήττονται από την οικονομική κρίση και κατ’επέκταση τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατ’ εντολή της του ΔΝΤ και της ΕΕ.

α. Ένας μεγάλος αριθμός οικονομικών μεταναστών, από την Αλβανία, ας πούμε ότι πλησιάζουν το 1.000.000,  στέκεται ίσως καλύτερα οικονομικά από όλους τους υπόλοιπους μετανάστες. Τούτο συνέβη μέχρι στιγμής για διάφορους λόγους, πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι ότι ήταν οι πρώτοι μετανάστες σε μια χώρα που είχε έλλειψη χειρονακτών και η υπερανάπτυξη του κλάδου των κατασκευών από το 1990 και μετά μπόρεσε και  απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος. Πλέον οι κατασκευές βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση και οι αλβανοί μετανάστες δεν έχουν δουλειά.

β. Οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία έχοντας κατά νου μια πλούσια Ευρώπη τόλμησαν να μεταναστεύσουν. Πολλοί, ενώ εξαρχής δε θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, δε μπορούν να φύγουν και ,ταυτόχρονα, δεν έχουν την δυνατότητα για αξιοπρεπή εργασία, στέγη και τροφή. Είναι οι πλέον πληττόμενοι και υποτελείς.

γ. Στην Ελλάδα υπάρχουν 800.000 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις: τα μικρομάγαζα ρούχων και παπουτσιών, οι βιοτεχνίες, τα εστιατόρια, τα καφέ κλπ. Πολλές από αυτές προφανώς δε θα αντέξουν στην κρίση, ενώ μεγάλο ποσοστό για να μπορέσει να ανοίξει την επιχείρηση έχει χρεωθεί δανειακά.

δ. Πολύ μεγάλο μέρος από αυτό που έχει απομείνει να λογίζεται ως εργατική τάξη απασχολείται στον τουρισμό. Σερβιτόροι, μάγειροι κλπ αποτελούν μια μερίδα εργαζομένων που λόγω της κρίσης – και σε συνδυασμό με την προηγούμενη κατηγορία των επιχειρήσεων μαζικής εστίασης- δε θα μπορούν να εργάζονται ή θα εργάζονται μερικώς και με μικρότερα μεροκάματα από ότι είχαν συνηθίσει.

ε. Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι εκείνη των ελλήνων, ελληνίδων και μεταναστών δεύτερης γενιάς με ανώτατη μόρφωση (πτυχία, μεταπτυχιακά, γλώσσες, υπολογιστές κλπ.) στις ηλικίες περίπου από 22 έως 35. Αυτή η τεράστια κοινωνική κατηγορία είναι ανομοιογενής σε ότι αφορά την ταξική της καταγωγή και δεν υπάρχει χώρος στην αγορά εργασίας των υπηρεσιών για να απορροφηθεί.

 Σίγουρα, οι παραπάνω πέντε κατηγορίες δεν είναι οι μόνες και θα μπορούσε να αναφέρει κανείς. Όμως αυτές συνιστούν τον πιο δυναμικό πυρήνα εν δυνάμει εργαζόμενων ή ήδη εργαζόμενων. Καμία από αυτές δεν εναποθέτει τις ελπίδες της μέχρι στιγμής στην πολιτική. Η Αριστερά, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι από φύση και από θέση ο φυσικός τους σύμμαχος, αν δε φυλλορροεί είναι –γι’ αυτούς- αναξιόπιστη και χωρίς όραμα που να εμπνέει. Δε χρειάζεται να αναφερθούν τα λάθη όλων των πολιτικών φορέων της: είναι και τεράστια και θλιβερά.

Η συντριπτική πλειοψηφία είναι απολίτικοι και δεν έχουν εμπλακεί σχεδόν ποτέ σε συλλογικές διαδικασίες. Το σκηνικό θυμίζει έντονα τη δημοκρατία της Βαϊμάρης , λίγο πριν ανέβει στην εξουσία το ναζιστικό κόμμα. Φυσικά και υπάρχει απλώς αναλογία, δε χρειάζεται να κινδυνολογεί κανείς για την κατάσταση.

Η χρονικότητα που θα πληγούν οι υποτελείς δεν είναι καθόλου δεδομένη. Επίσης πιθανόν είναι να μην είναι η ίδια για όλους. Εκτός αυτού, δε θα αντιδράσουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Μια βαλβίδα αποσυμπίεσης της συγκεκριμένης κατάστασης αρχίζει να φαίνεται. Μέρος των μορφωμένων νέων σκέφτεται να μεταναστεύσει. Μέρος των αλβανών μεταναστών σκέφτεται να γυρίσει στην πατρίδα του. Να θυμίσω εδώ ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μετά τον Εμφύλιο είχε «ξεμπλοκάρει» με την μετανάστευση σε μια δεκαετία (1950-1960) περίπου 1.200.000 νέων ανθρώπων.

Όμως οι παθογένειες σοβούν. Η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης ευτελίζει το εισόδημα και κατ΄ επέκταση την κατανάλωση. Η Ελλάδα δε θα καταστεί από τη μια μέρα στην άλλη επενδυτικός παράδεισος έτσι ώστε να υπάρξει ανάπτυξη με την οικονομίστικη έννοια. Τι θα κάνει ο λυσσασμένος μικροαστός που δεν νιώθει έστω ένα κάποιο συντεχνιακό ή κοινοτιστικό πνεύμα ; Υπάρχει καμιά περίπτωση να αυτοοργανώσει την αντίδραση του και να προσπαθήσει συλλογικά να επιδιώξει την ευόδωση αιτημάτων;

Θα ήθελα, αλλά δε μπορώ να το πιστέψω. Το πιθανότερο είναι η αντίδραση τους να κατακερματιστεί. Εκτός αν…

Αν επαναδιατυπωθεί ένα κοινούν και κινούν αίτιο. Αυτό, δηλαδή, που θα μπορέσει να νοηθεί από τις υπάλληλες τάξεις ως κοινό, συλλογικό αγαθό που αξίζει να το υπερασπιστούν κινητοποιούμενοι με ενιαίο και πολύμορφο τρόπο, βρίσκοντας αχτύπητες αξιακές πλαισιώσεις έτσι ώστε να αναφανεί το δίκαιο να συγκρουστεί κανείς γι’ αυτό. (η εργασία, η ασφάλιση, το δικαίωμα στη ζωή, μπορεί να έχει όποια μορφή συναποφασιστεί).

Το να χτιστεί μια τέτοιου τύπου ιδεολογική ηγεμονία δεν είναι καθόλου εύκολο. Όλοι οι πόροι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πρέπει να είναι διαθέσιμοι. Οι διάφορες συσπειρώσεις αντίστασης μπορούν να συντονιστούν. Μπορούν να δημιουργηθούν και άλλες τέτοιες καινούργιες , μαζικές και ανεξάρτητες. Το στείρο όχι (όχι στο μνηνόνιο , όχι στον καλλικράτη κλπ κλπ) είναι ισχνότερος πομπός ακόμα και από ένα ρεφορμιστικό αίτημα. Οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να βρουν λύσεις στο εδώ και το τώρα και όχι σε κάποιο χιλιαστικό, σοσιαλιστικό μετά.  Ρόλο έχουν να παίξουν, τεράστιο αν το αποφασίσουν, οι φορείς της Αριστεράς. Να επινοήσουν τρόπους άρσης των αντιθέσεων τους, να συμμαχήσουν με την κοινωνία και να θέσουν αυτήν ως ηγεσία ενός τέτοιου αγώνα. Αυτό το αναποδογύρισμα είναι δύσκολο, πιο δύσκολο και από το αναποδογύρισμα του Μαρξ στο Χέγκελ. Και το πλέον αποτελεσματικό: ο μόνος τρόπος να υπερασπιστούμε κεκτημένα δεκαετιών. Ας μηχανευτούμε καινούργιες, οριζόντιες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που θα αίρουν την κυρίαρχη «αποξένωση που γεννά μια ολοκληρωτική κοινωνία», όπως η Χ. Άρεντ κάποτε εντόπισε. Τολμάμε;

Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε