Μικρό σημείωμα για το Χρόνη Μίσσιο

Νοέμβριος 21, 2012 at 15:58 (Γενικά- Αριστερά) (, , , , , , )

Του Βασίλη Ρόγγα (δημοσιεύτηκε 21/11/2012)

Είχα ζεσταθεί πολύ όταν έμαθα ότι ζει ακόμα, όταν τον πρωτοείχα διαβάσει στα τέλη της δεκαετίας του 90. Δεν πίστευα ότι άνθρωπος που έχει περάσει τόσα βασανιστήρια θα μπορούσε να επιβιώσει.

Για τούτο δε μπορεί να είναι κοινότυπη μια γραφή για το Μίσσιο. Γι’ αυτό και το γαμώτο για το θάνατο ενός κατά τα άλλα γέροντα βαρυγκομάς άμα το λες.

Κάποιοι από μας μεγαλώσαμε, μεγαλώνουμε ακόμα και εκείνο το λεπτό νήμα αναμνήσεων από την εφηβεία και τη μετεφηβεία νοερά συνεχώς μας συνδέει με τις πρώτες συναισθηματικές προσλαμβάνουσες του τι είναι ελευθεριότητα, στράτευση, βαρύς βιωματικός αγώνας, πόνος και έρωτας, γέλια και κρασί, αριστερά και αναρχία.

Μας είπε να μη λογοκρίνουμε τα λόγια μας για τον καθωσπρεπισμό, μας έμαθε να ταξιδεύουμε όχι στα λόγια ελληνικά των θεωρητικών, μα στα στέρεα τη ζωής. Εμείς μάθαμε μαρξισμό μέσα από κει, μάθαμε περισσότερο ακόμα:ότι υπάρχει η δυνατότητα να είσαι καθ’ολοκληρίαν ελεύθερος. Ας είναι και λογοτεχνικό τέχνασμα.

Και κείνος ο έρωτας που είναι θηλυκός και αρσενικός μαζί και μιλάει στα κορμιά των ανθρώπων και δεν είναι ομοφυλοφιλικός ή ο άλλος, αλλά είναι έρωτας και τελεία.

Είδαμε για πρώτη φορά την Ελλάδα των κατατρεγμένων κομμουνιστών και κλάψαμε για τους πολιτικούς παππούδες μας, για το Χρόνη, για τους φίλους του, για τους φίλους τους. Είδαμε τις δεκαετίες 40, του 50 και του 60 να περνάνε μπρός μας, τον Εμφύλιο,τις εξορίες, το ΚΚΕ και την ΕΔΑ, τα Εξάρχεια…

Δώσαμε τα βιβλία του σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς και ήρθανε κοντά μας, μάθανε την όντως αριστερά όπως επιτελέστηκε από πολλούς. Καταλάβανε ότι τέτοια καλά, συμβαίνουν ακόμα.

Δυο εικόνες.

Έχουμε πάει στη Θεσσαλονίκη πριν 1 -2 χρόνια και μιλάμε με μια συντρόφισσά του στο σπίτι της για την περίοδο που ήταν στους Λαμπράκηδες. Τη ρώτησα και φαίνονταν πως τον αγαπούσε πολύ και κείνον και τη γυναίκα του. Και είχα χαρεί που έχουν ακόμα σχέσεις και μιλάνε.

Άλλη σκηνή. Πριν τον πάρω τηλέφωνο έχω καταγχωθεί. Τα καταφέρνω να μην το κλείσω και προσπαθώ να συνεννοηθώ μαζί του να πάμε στο χωριό του να τον βρούμε να του μιλήσουμε, να του φέρουμε πεσκέσια από το Βοτανικό και αν μπορέσουμε να τον πείσουμε να έρθει στην Πετρούπολη να μας μιλήσει για ότι θέλει. Μια φωνή -μέλι άγριο- καταλήγει: “να ρθείτε μαγκίτη μου και βλέπουμε”.

Έσταξε σταγόνες ανεξίτηλες στις ψυχές μας ο Μίσσιος και δε μπόρεσαν να φύγουν, ευτυχώς. Για κάτι τέτοιες στρατεύσεις, σαν και εκείνου, λέμε πώς ότι κάνουμε στα κινήματα είναι λίγο και θέλει κι άλλο. Λέμε να είμαστε αμφισβητίες, αδογμάτιστοι, χωρίς καμία εργαλειακότητα. Για κάτι τέτοιες ζωές, εμείς λέμε να είμαστε κιμπάρηδες στο βίο, γενναιόδωροι, να ξοδεύουμε συναίσθημα και ας πάει και χαμένο.

Με αυτήν την έννοια μπορεί να του επιστραφεί αυτό που ο ίδιος έχει γράψει: ‘δε μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω, όχι για σένα, αλλά για μένα. Θα χαμογελάσω από ευτυχία για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ…. »

Γειά σου ρε Σαλονικιέ, μας έκανες να ανατριχιάσουμε πολλές φορές.

Αλήθεια θα μας λείψεις, γιατί η ζέστη στις καρδιές μας μένει ορφανή.

Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Η γενιά μας

Νοέμβριος 21, 2012 at 15:54 (Γενικά, Γενικά- Αριστερά, Εκλογές 2012, Καπιταλισμός, Κοινωνικά Κινήματα) (, , , , )

Δεν αφορά όλους όσους είναι νέοι και νέες. Αφορά πολλούς και πολλές όμως.

του Βασίλη Ρόγγα

Φτάνουμε προς το τέλος μιας ζωής που παρόλο που δε θέλεις, έχει αλλάξει και θα αλλάξει ακόμα περισσότερο στα σίγουρα. Οι τελευταίες χρηματικές καβάτζες τελειώνουν, ο χειμώνας έρχεται και οι δουλείες είναι όλο και πιο λίγες. Όλα ακριβαίνουν και εσύ θα είσαι φθηνός.

Αυτοί που μας γαμήσαν τη ζωή θα προσπαθήσουν να παγώσουν τα πάντα: κάθε διαμαρτυρία, κάθε συλλογικοποίηση της οργής, κάθε αντίσταση. Θα προσπαθήσουν να τελειώσουν με μας, μεταναστεύοντας μας για αλλού.

Όμως, αυτή όμως η γενιά έχει το κάτι τις της. Δεν τα έχει καλώς καμωμένα όλα, ούτε κατά διάνοια. Αλλά, διάολε κάναμε και κάνουμε πολλά για να σπάσει η σιωπή, να ξεβρωμίσουμε από τη σαπίλα.

Αυτές εδώ, οι τελευταίες γενιές είναι εκείνες που μορφώθηκαν περισσότερο από οποιεσδήποτε προηγούμενες γενιές Ελλήνων. Οι χρόνιες επενδύσεις των οικογενειών μας δε πήγαν στράφι. Μπήκαμε στις ακαδημίες χωρίς να σκεφτόμαστε με όρους ταξικής κινητικότητας, αλλά εμπεδώσαμε την αυταξία της γνώσης.

Ταξιδέψαμε επιτέλους, αντικρύσαμε τόπους που αγαπούσαμε πριν τους δούμε, μάθαμε να περπατάμε στην Ευρώπη και ξέρουμε πόσο πολύ μοιάζουμε με τα παιδιά της γενιάς μας από την υπόλοιπη ήπειρο.

Αλητέψαμε στις πόλεις μας και στα χωριά μας, στις πλατείες μας ήπιαμε μπύρες και τσιγαριλίκια, περπατήσαμε χιλιόμετρα για συναυλίες, χάσαμε το τελευταίο μετρό, ερωτευτήκαμε στο Μεταξουργείο τα ξημερώματα, κάναμε έρωτα σε απίθανα μέρη.

Διαβάσαμε και επιτελέσαμε το πολιτικό, μάθαμε τι θα πει δημόσιος χώρος, ταξικότητα, αναστοχασμός. Κοιτάξαμε στα μάτια συνομήλικούς μας, τους ακούσαμε και μας άκουσαν, μιλήσαμε με πάρα πολλούς για αυτά και τόσα άλλα. ‘Ελάχιστοι από εμάς δούλεψαν, δουλεύουν σε δουλειές που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν τη ζωή σε μια αυτόνομη οικογένεια. Το δημόσιο δε μάθαμε τι είναι. Ευτυχώς κάποια παιδιά εγίναν δασκαλοι και καθηγητές πριν την κρίση.

Κάναμε το κέντρο σπίτι μας, τρυγιρνώντας σε απίθανους συνδιασμούς διαδρομών. Μάθαμε απέξω τα δρομάκια της ακρόπολης, της πλάκας, των εξαρχείων, του ψυρρή, των άνω πετραλώνων. Αράξαμε τόσες φορές στου φιλοπάππου και στου στρέφη, πήγαμε σε ελληνικά νησιά πολλοί μαζί και λίγο στριμωχτα, με ή χωρίς σκηνές.

Πολλοί από μας δουλεύαμε για να βγει πέρα ο φοιτητικός προϋπολογισμός. Και στα χρόνια της ευημερίας εμείς αρνιόμασταν ότι ήταν σοβαρό πράγμα οι ολυμπιάδες τους. Εμείς αγαπήσαμε πόλεις, τις κάναμε μυθικές, επειδή εκεί κάτι δικό μας έτρεχε: η Θεσαλλονίκη το 2003, η Γένοβα το 2001, η Φλωρεντία το 2002, το Σιατλ το 1998.

Λυσσάξαμε για τα κινήματα και την αυτονομία τους, τσακωμοί τόσοι πολλοί στα αμφιθέατρα για να μην καπελώνει κανείς κανέναν. Και δυο χρόνια είχαμε σηκώσει όλα τα πανεπιστήμια στο πόδι. Και το Δεκέμβρη του 2008 δε κάτσαμε μέρα στο σπίτι. Και όλο τον καιρό από τότε ψάχνουμε να βρούμε εκείνη τη γλυκία αψάδα της εξέγερσης. Και δημιουργούμε συνέχεια.

Δε ξέρω,δεν είναι υπολογίσιμο πόσοι είμαστε καν. Μάλλον κάποιες χιλιάδες κόσμος που τα βάζει με το δογματισμό και με την εργαλειοποίηση από όπου κι αν προέρχεται.

Η ψυχική ύλη που συσσωρεύσαμε δε μπορεί, παρά να αναβλύσει και τώρα, στα πιο δύσκολα:

Δε μπορούμε να κάτσουμε, δε θέλουμε, δεν αντέχουμε να καθόμαστε. Κανένας και καμία από εμάς δε πρόκειται να πάει σπίτι γιατί θα τον νικήσει η κατήφεια της φτωχοποίησης, η κατάθλιψη των γύρω του.

Όχι μόνο δε θα αφήσουμε να μικρύνει η ζωή, αλλά θα παρασέρνουμε όλο και πιο πολλούς στη ζωογόνα δίνη της δράσης. Η ανάσχεση της μαυρίλας ξεκινάει από τη πολιτική συλλογικοποίηση της επιθυμίας.

Πλεόν είναι αμέτρητα τα εγχειρήματα της αλληλεγγύης πανελλαδικά! Δε ξέρουμε από που να πρωτοπάρουμε εμπειρογνωμοσύνη! Και φουντώνουν οι οργανώσεις της από δω μεριάς με κόσμο καλό, κόσμο που ήταν σχεδόν πάντα από δω αλλά φοβόταν να ενταχθεί. Και στους τόπους μου δε ξέρουμε που να πρωτοκάνουμε συνέλευση με τα διάφορα εγχερήματα που χτίζουμε όλοι μαζί!

Να μην κάθεσαι άλλο. Δράσε και μη ζητάς από τους άλλους να το κάνουν για σένα. Χιλιάδες φορές έχει ειπωθεί: κανένας Συριζα και κανένας Τσίπρας δε θα σε σώσει. Δε θα σε έσωζε ποτέ. Και το ήξερες και το ξέρεις.

Τίποτα δεν ανατίθεται στους ειδικούς, στα κόμματα, στο δήμο, στους άλλους. Οι δημιουργικότητες ζωντανεύουν από τους πολλούς, από όλους, για όλους.

Είμαστε στη μέση του συγκρουσιακού κύκλου.Δεν υπάρχει υπόσχεση ότι ο δρόμος της δράσης είναι εύκολος. Μάλιστα, απαιτεί κομμάτι όλων των κεφαλαίων που έχεις συσσωρεύσει κατά καιρούς: μορφωτικό, συναισθηματικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό.

Είμαστε στη δυσάρεστη και ευχάριστη θέση να σου ανακοινώσουμε ότι ή θα αλλάξουμε τα πράγματα εμείς ή θα παραμείνουμε στη μακρά νύχτα. Όχι μόνο γιατί τα κινήματα τα κάνουν αποκλειστικά οι νέοι, αυτό είναι και ως ενός σημείου λογικό, αλλά γιατί δε νικάμε χωρίς εσένα.

Διάλεξε ή νύχτα ή κόπο. Δεν έχει στη μέση.

υ.γ Το κείμενο δεν έχει τα φόντα να κατηγορηθεί για εξιδανίκευση. Περαιτέρω πληροφορίες στις γενιές που αγωνίστηκαν τη δεκαετία του 60 και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε