Περί του δημόσιου χώρου της αριστεράς, ξανά

Νοέμβριος 26, 2009 at 16:28 (Αυγή, Γενικά- Αριστερά) (, , )

Αριστείδης Μπαλτάς, Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

 

Η Τζίνα Πολίτη, στον πρόλογο πρόσφατου βιβλίου της (Λόγοι, Αντίλογοι, Σατιρικά, Άγρα, 2009) παρουσιάζει το πώς η ίδια «συντάχθηκε ανεπιστρεπτί με τις αξίες και τα οράματα του αριστερού συλλογικού υποκείμενου». Το αδιάλλακτο αυτό «ανεπιστρεπτί» προσδιορίζει, θα υποστήριζα, ένα καίριο χαρακτηριστικό των ιδεολογικών ευαισθησιών και των πολιτικών στάσεων που συγκροτούν ό,τι ο Άγγελος Ελεφάντης, σε μια, ίσως ακόμη δυσκολότερη, εκλογική συγκυρία, είχε ονομάσει «δημόσιο χώρο της αριστεράς».

Το μικρό ποσοστό συσπείρωσης των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ πιστοποιεί ότι ο «δημόσιος χώρος της αριστεράς» και το αντίστοιχο «ανεπιστρεπτί» τραυματίστηκαν σε τούτες τις εκλογές. Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αλλά ίσως είναι η πρώτη φορά που ο τραυματισμός προϊδεάστηκε βουβά και υπόκωφα, χωρίς να έχουν προηγηθεί δημόσιες τοποθετήσεις που θα διαφοροποιούνταν με πολιτική ευκρίνεια. Μόνη ίσως εξαίρεση είναι ένα κείμενο του Βασίλη Πεσμαζόγλου που δημοσιεύθηκε προεκλογικά στα Νέα. Μολονότι διαφωνώ πλήρως με το κείμενο αυτό, δεν μπορώ να μην του αναγνωρίσω παρρησία, δηλαδή την εντιμότητα, με την οποία διατυπώνει την -πολλαπλώς καταστροφική κατ’ εμέ- πολιτική του διαφοροποίηση.

Ο «δημόσιος χώρος της αριστεράς» τραυματίστηκε βουβά και υπόκωφα από δύο αντίθετες πλευρές. Και οι δύο συναρτώνται με την απαξίωση του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του. Έτσι, για κάποιους δυνάμει ψηφοφόρους του, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρήθηκε αναπόσπαστο μέρος του συστήματος αυτού και εταίρος της απαξίωσής του, δηλαδή τελικά ίδιος με όλους τους άλλους και άρα ανάξιος να ψηφιστεί.

Από την άλλη μεριά και για κάποιους άλλους δυνάμει ψηφοφόρους του ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρήθηκε υπερβολικά «κινηματικός», υπερβολικά εκτός του πολιτικού συστήματος, οσοδήποτε απαξιωμένου, δηλαδή υπερβολικά διαφορετικός από τους άλλους και άρα, και πάλι, ανάξιος να ψηφιστεί.

Αν ισχύει αυτή η πρόχειρη διάγνωση, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά γιατί παραπέμπουν σε ένα έλλειμμα πολιτικοποίησης. Όχι τόσο του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, που προσπάθησε να συνδυάσει –σίγουρα με αστάθεια, σίγουρα ετεροχρονισμένα κάποιες φορές ή ελλιπώς– την κινηματική του δράση, τον προγραμματικό του λόγο και τη δημοκρατική λειτουργία του, αλλά έλλειμμα πολιτικοποίησης της εικόνας του. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να δείξει πλατιά και ότι επιδιώκει να είναι πολιτική δύναμη και ότι επιδιώκει να είναι αριστερή πολιτική δύναμη, δηλαδή πολιτική δύναμη επαρκώς διαφορετική, «ανεπιστρεπτί» επαρκώς διαφορετική, από τις υπόλοιπες.

Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτικοποιήσει την εικόνα του δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των επιθέσεων εναντίον του ή μόνο των δικών του αδυναμιών. Θα υποστήριζα ότι η αδυναμία αυτή συνιστά κατά κύριο λόγο μια ακόμη έκφραση της βαθύτατης κρίσης που περνάει ο τόπος. Κρίση όχι μόνον οικονομική, κοινωνική, οικολογική. Αλλά και κρίση αξιών και κρίση προοπτικής, κρίση με άδηλη διέξοδο ακόμη και βραχυπρόθεσμα, κρίση που θίγει όλους τους θεσμούς, όλα τα βάθρα εμπιστοσύνης, όλες τις βεβαιότητες, όλα τα δημόσια πρόσωπα. Πρόκειται για κρίση που δεν απασχολεί στα σοβαρά σχεδόν κανέναν ενώ ταυτόχρονα όλοι δηλώνουν με περισσή ευκολία πως την αναγνωρίζουν. Και αυτό, όπως είναι προφανές, επιτείνει μέχρις εκρήξεως τα αδιέξοδα και καθιστά την κρίση βαθύτερη.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο «δημόσιος χώρος της αριστεράς» δεν μπορεί παρά να υφίσταται ισχυρές φυγόκεντρες πιέσεις, πιέσεις που θίγουν ακόμη και το «ανεπιστρεπτί» που τον προσδιορίζει, τείνοντας να εκτινάξουν τα θραύσματά του προς όλες τις κατευθύνσεις, από την άνευ όρων ένταξη στο κατεστημένο πλαίσιο μέχρι την τυφλή ή ακραία βία. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να αντισταθεί, να αντικρίσει την κρίση κατάματα και να ασκήσει μια αντίρροπη κεντρομόλα δύναμη. Με τα λόγια του Νίκου Ξυδάκη σε ένα εξαιρετικό άρθρο του στην Καθημερινή, προσπάθησε να αποτελέσει την «πύλη του πολιτικά έλλογου», εκείνου του πολιτικά έλλογου, βέβαια, που θα τιμούσε το «ανεπιστρεπτί» της αριστεράς.

Ωστόσο τα εκλογικά αποτελέσματα πιστοποιούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να πολιτικοποιήσει την εικόνα του ώστε να ασκήσει επαρκώς μια τέτοια δύναμη. Από την άλλη μεριά, οι ενστάσεις εναντίον του αγνόησαν τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα της κρίσης και τον αντίστοιχα δύσκολο ρόλο του «συλλογικού υποκειμένου της αριστεράς». Απλώς έτειναν να σπρώξουν μονόπλευρα τα πράγματα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Με αυτά δεδομένα, έπεται πως δεν είναι σήμερα ο καιρός της απόδοσης ευθυνών και των αντίστοιχων πυροβολισμών. Σήμερα οφείλουμε να ανασυστήσουμε τον «δημόσιο χώρο της αριστεράς». Εν μέσω κρίσης και εν όψει της αριστερής διεξόδου από εκείνη.

* Ο Αριστείδης Μπαλτάς διδάσκει φιλοσοφία των επιστημών στο ΕΜΠ.

Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Το κείμενο του Μισέλ Φάις και η πραγματικότητα Κωνσταντίνα Κούνεβα

Νοέμβριος 26, 2009 at 16:22 (Αυγή) ()

Του Κώστα Βούλγαρη, Δευτέρα 25 Μαίου 2009

 

Είναι γνωστά τα συμβάντα, πριν από δύο εβδομάδες, στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη). Οι αυτόκλητοι και «αγανακτισμένοι» υπερασπιστές της τέχνης και της Κούνεβα ματαίωσαν την πρεμιέρα, στο όνομα μιας ασαφούς «καθαρότητας», τόσο της τέχνης όσο και των κοινωνικών αγώνων, στην ουσία απαγορεύοντας κάθε μεταξύ τους σχέση και όσμωση. Τόσοι και τόσοι κατήγγειλαν την ενέργεια αυτή ως λογοκρισία – και καλώς έπραξαν. Το πράγμα όμως πήρε άλλη διάσταση όταν, μετά τη ματαίωση της πρεμιέρας, η ίδια η Κωνσταντίνα Κούνεβα, με ιδιόχειρο σημείωμά της, έδωσε την επίνευσή της στο κείμενο και στην παράσταση, δηλαδή στο εγχείρημα το δράμα της να καταστεί «θέμα» ενός κειμένου και μιας παράστασης.

Όταν όμως ο Φάις δημοσιοποίησε, σκαναρισμένο, το ιδιόχειρο σημείωμα της Κούνεβα, διατυπώθηκε μια αναπάντεχη ένσταση, με το εξής δημοσιογραφικό σχόλιο: «Tο σκανάρισμα του ιδιόχειρου της Kούνεβα γιατί έγινε; Προφανώς ως οπτικό υλικό, που προσθέτει βάρος στον λόγο. Aπό πότε όμως ένας θεράπων του γραπτού λόγου αισθάνεται πως το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Λυπάμαι που θα το πω, αλλά η απορία, αν «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις», είναι τόσο αρχαία όσο και η λογοτεχνική συνθήκη. Γιατί αυτό είναι το μείζον και διαρκές χαρακτηριστικό της τέχνης, αυτό είναι το μεγαλείο της.

Υπάρχει όμως και συνέχεια, και τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα, αφού ακολουθεί και νέα ένσταση: «θα περίμενε κανείς, [ο Φάις] να μη νομιμοποιήσει τους αστείους που ακύρωσαν την πρεμιέρα. Έκανε ακριβώς το αντίθετο: Άνοιξε κουβέντα μαζί τους, εμπλέκοντας μια πονεμένη κατάκοιτη μετανάστρια. Kαι με τον πλέον απροσδόκητο για το συγγραφικό μέγεθός του τρόπο: Mε το ποιος έχει την άδεια της Kωνσταντίνας Kούνεβα… Δυστυχώς, έτσι [ο Φάις] πέρασε στον χώρο των συστημικών».

Το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί με «ηθικά» κριτήρια, όποιος και να τα εκφωνεί, ό,τι πολιτικό πρόσημο κι αν τους δίνει. Γιατί, πάντα θα συναντά το αμείλικτο ερώτημα: «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Επειδή όμως, ναι, ξεφεύγει, αφού αυτός είναι ο τρόπος που ένα κείμενο, δηλαδή ένα σύνολο «λέξεων», λειτουργεί ως έργο τέχνης, και, επιπλέον, επειδή αυτό το «παράδοξο», αυτή η «μαγεία» συμβαίνει μόνο μέσα από τις αισθητικές προκείμενες του έργου, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται ούτε με βανδαλισμούς ούτε ερήμην του αισθητικού προτάγματος του έργου.

Θέλω να πω, ότι ένα έργο τέχνης, για να το καταγγείλουμε ή για να το σεβαστούμε, θα πρέπει πρώτα να το δούμε και να το κρίνουμε ως έργο τέχνης, δηλαδή να δούμε και να κρίνουμε τις αισθητικές του προκείμενες. Όχι γιατί η αισθητική είναι «πάνω» από την ηθική, αλλά γιατί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος δεν υπάρχει παρά ως αισθητικό αποτέλεσμα. Μόνο έτσι υφίσταται. Αλλιώς, μιλάμε εν κενώ ή μιλάμε για κάποιο άλλο έργο. Και η λογοτεχνία που κάνει ο Μισέλ Φάις έχει συγκεκριμένο αισθητικό πλαίσιο, εγγράφεται σε έναν συγκεκριμένο αισθητικό ορίζοντα. Μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, μπορεί να κρίνουμε το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα ως σημαντικό ή ως έλασσον, πάντως το έργο του μπορεί να κριθεί μόνο ως αυτό που είναι.

Ο Φάις, λοιπόν, κάνει μεταμυθοπλασία. Και αυτό το λογοτεχνικό είδος υφίσταται μόνο μέσα από το διαρκή διάλογο μύθου και πραγματικότητας. Μάλιστα, το κατ’ εξοχήν «τεχνικό» του χαρακτηριστικό είναι πως ολόκληρα, και αυτούσια, κομμάτια της πραγματικότητας ενσωματώνονται μέσα στη λογοτεχνική αφήγηση. Επιπλέον, έτσι, η «αφήγηση» δεν περιορίζεται στα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας ή στους τέσσερις τοίχους μιας θεατρικής σκηνής αλλά, στο μέτρο της δυνατότητας κάθε συγκεκριμένου έργου, η αφήγηση διευρύνει τα όριά της προς το χώρο της πραγματικής ζωής.

Αυτό το χαρακτηριστικό όχι μόνο καθορίζει το «περιεχόμενο» και τη «μορφή» του έργου, ή την «ειδολογική» του κατάταξη, αλλά και παράγει την πολιτικότητά του. Χωρίς αυτά τα σπαράγματα της πραγματικότητας, που «σπαράζουν» μέσα στο έργο, διατηρώντας συνεχώς ανοιχτούς τους διαύλους με την εκτός κειμένου πραγματικότητα, δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς το «έξω κείμενο», που μιλά τη δική του φωνή μέσα στο «έργο», δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, μιλάμε για ένα άλλο έργο, ενός άλλου συγγραφέα∙ για μια άλλη παράσταση, ενός άλλου έργου.

Είναι λοιπόν στοιχείο της ιδρυτικής συνθήκης ενός κειμένου μεταμυθοπλασίας, να μετέχουν στο έργο φωνές του «έξω κειμένου», όπως εν προκειμένω αυτή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Ακόμα και το σημείωμά της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους μιλά η φωνή της και συμμετέχει η ζοφερή πραγματικότητά της (το ίδιο θα συνέβαινε, ακόμα κι αν το σημείωμα κατάγγελλε το κείμενο και την παράσταση).

Από την άλλη, οι «αγανακτισμένοι» νεαροί, επειδή είναι τραγικά άσχετοι με την τέχνη, δεν υποψιάστηκαν ότι το έργο αυτό, ως έργο μεταμυθοπλασίας, θα μπορούσε να περιλάβει την αντίρρησή τους, να εγγράψει και τη δική τους φωνή στο ίδιο το καλλιτεχνικό γεγονός. Μάλιστα, η αντίρρησή τους θα μπορούσε ακόμη και να φωτίσει διαφορετικά το έργο. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να γίνει η παράσταση. Προτίμησαν να την καταστρέψουν. Γι’ αυτό και δεν έχουν σχέση με την αριστερά. Αγράμματη αριστερά δεν υπάρχει.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως οι επιλογές του κάθε συγγραφέα βρίσκονται στο απυρόβλητο. Δεν σημαίνουν πως το έργο του Φάις, αλλά και ολόκληρο το ρεύμα της μεταμυθοπλασίας, δεν υπόκειται σε κριτική. Σημαίνει, όμως, πως οι όποιες κρίσεις προσεγγίζουν και προϋποθέτουν το έργο ως έργο μεταμυθοπλασίας. Και όχι π.χ. ως ρεαλιστικό στόρυ, με τους «κριτές» να μετρούν την «απόσταση» του έργου από την πραγματικότητα, ή ως μαρτυρία ή ως μυθιστορηματική ανάπλαση ή, έστω, ως «δημοσιογραφικό μυθιστόρημα».

Ας το γενικεύσουμε: όλα υπόκεινται σε κριτική. Ακόμα και τα αισθητικά ρεύματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να θεωρήσει ένα έργο μεταμυθοπλασίας «αστικό θέαμα», να χαρακτηρίσει τον συγγραφέα του «συστημικό» ή ό,τι άλλο νομίζει. Όμως, οι ηθικές κρίσεις, επί ενός αισθητικού ρεύματος ή επί ενός καλλιτεχνικού έργου (με ό,τι αυτό περιλαμβάνει), δεν μπορούν να βασίζονται στη λογική του περιβόητου «κοινού νου», έστω κι αν, κατά την περίσταση, είναι «ριζοσπαστικοποιημένος», «ενημερωμένος» κ.λπ. Αυτό είναι φασισμός. Στην πιο καθαρή του μορφή. Οι ηθικές κρίσεις επί ενός αισθητικού ρεύματος νομιμοποιούνται (αν νομιμοποιούνται) μόνο όταν εδράζονται σε φιλοσοφικές/θεωρητικές προκείμενες. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση – καλοδεχούμενη.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε