Η θεσμοποιημένη επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.Θεσμοποιημένη;

Νοέμβριος 26, 2009 at 18:35 (ιστορία) (, )

Βασίλης Ν. Ρόγγας, τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Χρόνια τώρα κατεβαίνουμε στις πορείες που γίνονται για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πιο μικροί ήμαστε κοντά στην ΚΝΕ που φαινόταν πολύ συγκροτημένη και μεις δεν είχαμε ιδέα από δρόμο. Θυμάμαι, μάλιστα, από τις πρώτες φορές, όταν με την παρέα μου στρίψαμε να φύγουμε στο Σύνταγμα μια πλήρως μαστουρωμένη και αρχετυπική κνίτισσα να μας εγκαλεί λέγοντας το αμίμητο: «που πάτε ρε σύντροφοι, σε λίγο θα αρχίσει η επανάσταση»!

Δεν καλοξέραμε γιατί κατεβαίναμε, μόνο είχαμε μια αίσθηση αδιόρατου χρέοyς . Τώρα σκέφτομαι ότι αν αυτή η πορεία, που στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης συγκέντρωνε κανά εκατομμύριο λαού, θεσμοποιήθηκε και άρα έχασε την προωθητική δύναμη που θα μπορούσε να έχει μια περπατητούρα μνήμης, τιμής και πολιτικής επανασυγκρότησης. Τι έγινε και μισερεύτηκε έτσι, αν μισερεύτηκε;

Για να δούμε… Το concensus της Μεταπολίτευσης στήθηκε στο βωμό της μνήμης εκείνης της ματωμένης καταστολής της εξέγερσης αλλά και της εναντίωσης όλων των πολιτικών παρατάξεων στη Χούντα και τους συνταγματάρχες ηγέτες της. Παράλληλα, οι πολίτες, σχεδόν κοιμισμένοι, δέχτηκαν τις μανιχαιστικές αντιλήψεις του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ για τα αίτια και την πολιτική διαδρομή της Χούντας. Δεν περίσσευε χώρος για ακαδημαϊκές ή έστω ψύχραιμες αναλύσεις μέσα στον εσμό «της ανόδου της ταξικής πάλης» των πρώτων χρόνων μετά το 1974.

Φτάσαμε σε σημείο εδώ και χρόνια η ΚΝΕ να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κάτω πολυτεχνείου, ενώ τότε, το 1973, θεωρούσε ότι η κατάληψη είναι λοβιτούρα 300 προβοκατόρων (στην πραγματικότητα ξεκίνησε από πορεία φοιτητών, κυρίως της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και αναρχικών). Να και ένα ακόμα: τα παιδιά στα σχολεία διδάσκονται σε γιορτή το τι έγινε τότε, οπότε και η πλειοψηφία ούτε καν ακούει τα χιλιοειπωμένα ηρωικά δασκάλων και συντελεστών μαθητών της γιορτής. Παρένθεση: θυμάμαι στο Λύκειο παιδιά της τρίτης λυκείου (μεταξύ αυτών και τον αδερφό μου) να τραγουδάνε την «Ασφάλεια» από Τρύπες (που κάποια στιγμή έχει ένα στίχο «βρες το κουράγιο, να τους γαμάς», ενν. τους ασφαλίτες) και πήραν το περισσότερο χειροκρότημα.

Γιατί έτσι λοιπόν; Προφανώς είναι αδύνατον να μη θεσμοποιηθεί επετειακά (και άρα νεκρά) ένα τέτοιο μεγάλο γεγονός που επαναλαμβάνεται μάλιστα σαν σε ιεροτελεστία κάθε χρόνο: οι φοιτητικές νεολαίες κάνουν κατάληψη στο Πολυτεχνείο τα ξημερώματα της 14ης Νοεμβρίου, όπως και το 1973, σε μια απίστευτα φολκλορική εκδοχή της ενδοαριστερής πολιτικής αντιπαράθεσης (όποιος δεν έχει πάει στο «ντου» του Πολυτεχνείου να το κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του, προσφέρει άφθονο γέλιο).

Ταυτόχρονα, είναι πολύ λογικό τα κυρίαρχα ΜΜΕ να μη τα αφορούν συλλογικά γεγονότα σαν τη 17η Νοέμβρη, παρά μόνο για το επετειακά συγκρουσιακό κομμάτι που μπορεί να ενέχουν. Μια καθαρή, μεγάλη πορεία δε θα φανεί ποτέ στα δελτία των 8 (και γίνονται πολλές τέτοιες πορείες κάθε χρόνο).

Τότε προς τι ο λόγος να γίνεται η πορεία; Γιατί να πηγαίνουμε κάθε φορά στην πρεσβεία «των φονιάδων των λαών αμερικάνων»;

Η συλλογική μνήμη και κατ’επέκταση η αφήγηση της ιστορίας είναι κάθε χρόνο, κάθε φορά υπό διαρκή διαπάλη , είναι επίδικο. Και κάθε πολιτικός φορέας, κυβερνητικός ή μη, προσπαθεί να αφηγηθεί τα όποια γεγονότα σκεπτόμενος ότι πρέπει η δική του αφήγηση να ηγεμονεύσει και να γίνει καθολική. Είναι, τραβηγμένος είναι η αλήθεια, ένας μεταλλαγμένος γκραμσιανός πόλεμος θέσεων ακόμα και ο τρόπος κοινοποίησης (το μήνυμα του, όπως μας παπαριάζουν τα αυτιά οι δημοσιογράφοι) που θα έχει η πορεία του Πολυτεχνείου.

Και έχει και ένα άλλο, αρκετά πιο βαρύ που σταματάει να παλατζάρει τη σκέψη στο αν είναι σοβαρό ή όχι να κατεβαίνεις σε τέτοιες πορείες (δεν είναι μόνο η πορεία του Πολυτεχνείου σε αυτή τη μπάντα, είναι και η Πρωτομαγιά ή ας πούμε και από φέτος και έπειτα η 6η Δεκεμβρίου, ημερομηνία θανάτου του Γρηγορόπουλου). Από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά καμιά φοιτητική εξέγερση πουθενά στον πλανήτη δεν έστειλε στον τάφο τόσο πολύ κόσμο όσο το ελληνικό Πολυτεχνείο. Και, παράλληλα, είχε και πρακτικά αποτελέσματα σηματοδοτώντας το τέλος μιας Χούντας και πάντως σίγουρα το κυβερνητικό τέλος της πρώτης ενδοστρατιωτικής φατρίας συνταγματαρχών που είχε τα ηνία μέχρι τότε (η αλλαγή του Παπαδόπουλου από τον «αόρατο» Ιωαννίδη).

Οπότε σαφώς και έχει νόημα να απονομιμοποιηθεί ξανά η 17η Νοεμβρίου στα μάτια των μικροαστών, που είναι οι ίδιοι με εκείνους της μεταπολίτευσης «που εφτά χρόνια/έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι/και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–/βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας/«Δώστε τη χούντα στο λαό». Έχει νόημα η επανανοηματοδότηση στο σήμερα, στο τώρα των προβλημάτων της νεολαίας. Και η σημερινή νεολαία έχει περισσότερους λόγους εξέγερσης από της γενιά του Πολυτεχνείου. Το αν θα το κάνει είναι (;) στη διακριτική πολιτική της ευχέρια. Η σιγουρία που έχω ότι θα ξαναεξεγερθεί, χωρίς να γνωρίζω του όρους ή το πότε αυτής της εξέγερσης, είναι η δεδομένη διάσταση προσδοκιών και πραγματικότητας που συναισθάνεται μεγάλο μέρος της διαταξικής αυτής κοινωνικής κατηγορίας.

Υ.Γ.1: μεγάλη η φετινή πορεία, η μεγαλύτερη των τελευταίων 10 χρόνων. Επειδή σίγουρα είμαι φετιχιστής των αριθμών υπολογίζω τουλάχιστον 25.000 κόσμο(και πέφτω μέσα ή τουλάχιστον έτσι λένε οι περισσότεροι φίλοι μου). Μεγάλα τα μπλοκ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των αντιεξουσιαστών και του ΣΥΡΙΖΑ. Η Νεολαία Συνασπισμού με τρία πολύ μεγάλα μπλοκ, νομίζω μεγαλύτερα από ποτέ. Τεράστιος ο όγκος των μπλοκ του ΚΚΕ. Και καμιά 500ρια πασόκοι που τρόμαζες να τους βλέπεις, γυαλίζαν τα μάτια τους. Λογικό, αφού τρώνε ξύλο σχεδόν κάθε χρόνο.

Υ.Γ. 2: Καμιά 300ρια προσαγωγές. Μπράβο Μιχάλη, να τις 1000σεις το Δεκέμβρη.

Υ.Γ. 3 : Να πω και το τσιτάτο μου σαν συνεπής αριστερός σε σχέση με το μέλλον: «Οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους, αλλά δε τη δημιουργούν όπως εκείνοι θέλουν. Δεν την δημιουργούν κάτω από συνθήκες διαλεγμένες από τους ίδιους, αλλά κάτω από συνθήκες που συναντούν τελείως απροσδόκητα, δοσμένες και κληροδοτημένες από το παρελθόν». Κ.Μαρξ, Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Ο Καπετάν-Ανάποδος: μια ηρωική -μη ακαδημαική- ιστοριούλα…

Νοέμβριος 26, 2009 at 18:33 (ιστορία) (, , )

Βασίλης Ν. Ρόγγας, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Προχθές, ενώ προσπαθούσα με το τρίτο τσάι της ημέρας να νικήσω το βήχα που με πολεμάει εδώ και μέρες, διαπιστώσαμε με ένα φίλο ότι με αφορμή την ταινία του Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» ο δημόσιος λόγος έχει γεμίσει με αναφορές στον Εμφύλιο ή ευρύτερα στην εκπληκτική δεκαετία του 1940 και στα αποτελέσματα της. Αφιερώματα στα σινεμά για τον εμφύλιο, συνεντεύξεις στην τηλεόραση από το Βούλγαρη καθώς και προβολές και συζητήσεις από στέκια αριστερών και αναρχικών πιστοποιούν του λόγου το αληθές.

Δε με ενδιαφέρει να αναφερθώ στον Εμφύλιο ως ιστορικό γεγονός. Άλλωστε, θα μπορούσα να διανθίσω τη γραφή με τέτοιες φιοριτούρες που πιθανόν να παραήταν εμφανές το βαθύ παραταξιακό τραύμα/στίγμα που έχουν (θέλοντας και μη, ως συγκροτητική σταθερά ή ως σημείο αναφοράς) όλοι οι αριστεροί, νεότεροι και παλαιότεροι, από το γεγονός της ήττας το 1949 στα βουνά του Γράμμου.

Με νοιάζει να αναδείξω μια ανθρώπινη ιστορία: να κάνω, δηλαδή, κάτι σαν αυτό που ο Βούλγαρης έκανε στην ταινία και κατηγορείται από τους κριτικούς, επώνυμους και ανώνυμους.

Προέρχομαι από δεξιά οικογένεια της Εύβοιας από τη μεριά του πατέρα μου. Ο τρομερός παππούς μου (που έζησε μέχρι τα 91 του κ πέθανε πριν τρία χρόνια) πίστευε ότι ο καλύτερος ηγέτης της χώρας ήταν μακράν ο Μεταξάς. Από παιδί θυμόμουν της κουβέντες των συγγενών μου στην Αμάρυνθο (ναι την γνωστή ακροδεξιά Αμάρυνθο, με το βιασμό της Βουλγάρας μαθήτριας, τα πογκρόμ εναντίον των Αλβανών κατοίκων της πόλης κλπ.) όταν αυτές περιστρέφονταν γύρω από τον Εμφύλιο να αναφέρονται στον αρχικαπετάνιο του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος, ο αντάρτικος στρατός του ΚΚΕ) στην Εύβοια με ένα δέος.

Το δέος ήταν απόρροια της βεβαιότητας ότι ο Καπετάν –Ανάποδος προέβη σε θηριωδίες εναντίον του ευβοϊκού λαού. Η επίσημη ή ανεπίσημη κυβερνητική προπαγάνδα είχε κάνει τους λαϊκούς ανθρώπους της Εύβοιας να πιστέψουν ότι ο Ανάποδος ονομάστηκε έτσι γιατί κρεμούσε τους αιχμαλώτους του εθνικού στρατού από τους όρχεις αφού τους σκότωνε.

Τελικά ο Ανάποδος, κατά κόσμον Θύμιος Καψής, είχε αυτό το παρατσούκλι από τα γυμνασιακά του κιόλας χρόνια. Γεννήθηκε το 1920 στη Λοκρίδα, από οικογένεια ευκατάστατη. Φοιτητής της νομικής, μέλος του ΚΚΕ από το 1940 μάλλον, έγινε αντάρτης στον Παρνασσό από το 1943. Το 1944 τον πιάνουν οι Άγγλοι στα Δεκεμβριανά. Δραπετεύει. Τρέχει με τον ΔΣΕ όλη τη Ρούμελη. Δεν κατέθεσε τα όπλα με τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Το 1947 περνάει στην Εύβοια. Με το πολύ 150 συντρόφους του κάνει άνω κάτω το νησί. Ποτέ δε πιάστηκε από τον κυβερνητικό στρατό, ποτέ δεν έχασε σε κατοικημένο χωριό. Πότε του δεν έλαβε ενισχύσεις από την υπόλοιπη χώρα.

Ο εμφύλιος έληξε στα βουνά του Γράμμου το τέλος του Αυγούστου του 1949.

Ο Ανάποδος και οι καμιά 20αρια αντάρτες του συνέχισαν. Καμία ελπίδα δεν είχαν να νικήσουν, καμία ελπίδα δεν είχαν για να ζήσουν. Σα ξωτικά στα βουνά της βόρειας Εύβοιας -κυνηγημένοι, πεινασμένοι- δεν ηρέμησαν. Τούτοι οι τύποι γινήκαν καταστασιακοί πριν τους καταστασιακούς, ζήσαν το απόλυτο μετά τη θηριωδία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και πριν την αμφισβήτηση των 60’s.

Ο Θύμιος προδόθηκε από το πρωτοπαλίκαρο του στις 5 Νοέμβρη του 1949. Στις 2.30 το μεσημέρι τον σκότωσαν. Τον μετέφεραν στη Χαλκίδα και έπειτα τον σταύρωσαν σε μια σκάλα σκυλεύοντας τον σε δημόσια θέα. (Δεν ήταν ο πρώτος εσταυρωμένος αντάρτης του εμφυλίου στην Εύβοια).Ήταν 29 χρονών.

Ανοίκειο για τους καιρούς μας κάποιος να δοθεί τόσο πολύ στις πολιτικές του ιδέες και να πολεμάει μέχρι τέλους. Ίσως γι’αυτό σε πολλούς από εμάς αυτές οι ιστοριούλες είναι τόσο απόμακρες όσο οι διάφορες εκφάνσεις της επανάστασης του 1821 ή της Ρώσικης επανάστασης. Σαν άγιοι- σαν μη άνθρωποι μας φαίνονται εκείνες οι μορφές. Και δεν έχουμε άδικο: έχουμε εντελώς άλλες προσλαμβάνουσες.

Έχουν περάσει πλέον 60 χρόνια από το τραγικό τέλος του καπετάνιου της Εύβοιας. Κάποιοι τρελαμένοι σύντροφοί του από το ΚΚΕ που ζουν τον μνημονεύουν ακόμα σε πολιτικά μνημόσυνα.

Λίγοι από τους παππούδες συντρόφους του διατείνονται ότι ο Ανάποδος δε πιάστηκε ποτέ κ ότι ο εσταυρωμένος στη Χαλκίδα ήταν άλλος. Ο Ανάποδος χαμογελά, ανυπότακτος στα ρουμάνια της Εύβοιας και λουφάζει μέχρι να έρθει ξανά η ώρα του να ανταρτέψει όπως έκανε και παλιά. Είναι ακόμα 29 χρονών.

Μόνιμος σύνδεσμος 1 σχόλιο

Σκέψεις για την Οκτωβριανή επανάσταση: το πείραμα και ο αυταρχισμός

Νοέμβριος 26, 2009 at 18:32 (ιστορία) (, , )

Βασίλης Ν. Ρόγγας, Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Σε 2 μέρες συμπληρώνονται 92 χρόνια από την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων από τους Μπολσεβίκους του Λένιν. Είναι σχεδόν νομοτελειακό κάθε που φτάνουν τούτες οι μέρες να αναλύεται περίπου το τι έγινε τότε, με όρους σχολικής γιορτής. Έλεγα να προσπαθήσω να κάνω κάτι άλλο με αυτή τη γραφή. Το αν θα τα καταφέρω να το κρίνεται εσείς.

Στους περισσότερους τα ονόματα, οι καταστάσεις, οι εξεγέρσεις και σχεδόν ότι αποκαλούμε Σοβιετική Ένωση ή Ανατολικό Μπλοκ ηχεί σα μια παλιά, αιματηρή ιστορία που στην Ελλάδα έχει τοποτηρητή μνήμης (και συνέχειας ίσως) το ΚΚΕ. Ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Στάλιν, οι μπολσεβίκοι και το ΚΚ της Σοβιετικής ένωσης σχηματοποιούνται στο συλλογικό ασυνείδητο σαν η τραχιά ιστορία της Ρωσίας, τόσο δύσκολη όσο και ο καιρός της.

Δεν έχω σκοπό να καταγράψω ιστορικά τις «10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο». Καθένας πια μπορεί πολύ εύκολα να μάθει τι περίπου έγινε με μια σχετική εγκυρότητα. Θέλω απλώς να ψηλαφίσω τα αποτελέσματα αυτής της ιστοριούλας που, όπως και το κάθε ιστορικό συμβάν, δεν είναι ξεκομμένο από το παρελθόν του. Πολλές πρόβες τζενεράλε διεξήχθησαν πριν από την Ρωσική επανάσταση. Δεν είναι μόνο η αποτυχημένη επανάσταση του 1905 στην ίδια χώρα, αλλά και τα εξεγερσιακά γεγονότα του 1830, του 1848 και του 1871. Τελικά, όλα, μαζί και η ρώσικη επανάσταση, βυζαίνουν τη μητέρα των επαναστάσεων, τη Γαλλική.

Η ρωσική επανάσταση, κατά Χομπσπάουμ, είναι η απαρχή του σύντομου 20ου αιώνα ενώ το τέλος του έρχεται με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Με άλλα λόγια ο 20ος αιώνας , πέραν όλον των άλλων, είναι και ο αιώνας του κομμουνισμού ή , όπως τον γνωρίσαμε, ο αιώνας του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μέρος της ευημερίας που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα, και συνίσταται στο έστω και στο υποτυπώδες κράτος πρόνοιας, είναι αποτέλεσμα και των θυσιών των σοβιετικών λαών που μπόρεσαν και άντεξαν ένα αυταρχικό καθεστώς που υποτίθεται ότι αυτοδιοικούνταν από τους πολίτες του.

Πολλοί αντιλαμβάνονται στρεβλωμένα την ιδέα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού ακριβώς λόγω της ύπαρξης του Ανατολικού Μπλόκ θεωρώντας ότι όλοι οι Αριστεροί θέλουν κάτι τέτοιο να δημιουργήσουν ως κρατική οντότητα. Όμως δεν είναι έτσι και δυστυχώς το όραμα πολλών από εμάς για έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό δεν έχει υπάρξει ακόμα στον κόσμο. Κάποιος μπορεί να αντιτείνει ότι: «τότε για ποιο πράγμα μας μιλάτε; για μια ουτοπία που δε θα υπάρξει ποτέ»; Η αλήθεια είναι ότι ο ιστορικός χρόνος πολύ δύσκολα ταυτίζεται με τον προσωπικό(και είναι κρίμα γιατί οι άνθρωποι τελικά ζούμε πολύ λίγο) και ότι η ωρίμανση των ιδεολογιών καθώς και πολιτική τους εκφορά για να στεριώσει συνήθως περνά από πολλά (όχι μόνο 40) κύματα. Και αν τελικά στεριώσει ποτέ.

Η κριτική στη Σοβιετική Ένωση ήταν και είναι εύλογη. Ίσως πρώτη εκείνη που πίστεψε πιό πολύ από όλους τους ανθρώπους του 20ου αιώνα στην αλλυλέγγυα σοσιαλιστική κοινωνία και το πλήρωσε με τη ζωή της είχε καταλάβει που θα καταλήξει ο σοβιετικός κοινωνικός σχηματισμός: «Πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα περισσότερο η ζωή σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο […]».
Και αλλού:«Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος –όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά– δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά».Ρόζα Λουξεμπουργκ.

Άρα μάλλον δίκιο έχει ο B.D. Foxmoor όταν σε έναν του τραγούδι λέει ότι «στη χώρα με τα χιόνια έγινε αφέντης ο λαός και έγινε το όνειρο καημός». Ποέραν αυτού όμως οι λόγοι που ώθησαν τους ανθρώπους να θέλουν να αλλάξουν το κυρίαρχο πλαίσιο στον 20 αιώνα δεν σταμάτησαν να υπάρχουν. Μπορούν οι άνθρωποι να ξαναπροσπαθήσουν για «την έφοδο στον ουρανό»; Έχω την εντύπωση ότι πρέπει να το κάνουν. Έχουν τα κότσια να το κάνουν; Από τις διάφορες θεωρίες των κοινωνικών κινημάτων μαθαίνουμε ότι είναι νομοτελειακό να το ξανακάνουν. Με τι μορφή, με ποιους τρόπους και ποια ιδεολογία μένει να το μάθουμε και να διαπιστώσουμε αν τελικά για τη γενιά μας θα ταυτιστεί ο ιστορικός με τον πολιτικό χρόνο ή αν θα συμπυκνωθούν οι αιώνες σε στιγμές.

Υ.Γ. Μέχρι τότε το μόνο που δε μπορεί να κάνει κανείς είναι να περιμένει νωχελικά στην καρέκλα του επαναστάτη βαυκαλιζόμενος ότι αποτελεί κάποιου είδους πρωτοπορία. Επίσης λέγεται ότι οι επαναστάσεις ή οτιδήποτε τέτοιο τελοσπάντων δεν συμβαίνουν συζητώντας για αυτές αλλά προσπαθώντας για αυτές. Και μάλλον έχουν δίκιο.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε