Λες και δε θα γελάσουμε εμείς στο τέλος

Μαρτίου 15, 2013 at 16:35 (Γενικά- Αριστερά, Κοινωνικά Κινήματα, Ψυχολογία) (, , )

του Βασίλη Ρόγγα
Αρκετές φορές παρασυρόμαστε  περιμένοντας καταλυσμιαίες αλλαγές στη συλλογική ζωή σε λίγο χρόνο.
Ας είναι εντελώς σαφές: η προσπάθεια για μεταλλαγή του βίου με όρους δικαιοσύνης δε μπορεί ποτέ να τελειώσει.
Οι κυρίαρχοι αυτού του κόσμου  δε θα παραδώσουν στην κοινωνία τις τύχες της μετά από μια τεράστια συγκρουσιακή μας πορεία, ύστερα από μια γενική πολιτική απεργία διαρκείας, αφού πάρουμε τις εκλογές και άλλα τέτοια φαιδρά.
Νέες μικροεξουσίες θα υψώνονται, θα θελήσουν να αναδειχτούν μετά από κάθε μας νίκη. Γραφειοκράτες και φοβισμένοι, υπερεπαναστάτες που θα ζητάνε να πάνε πέρα από τη θέληση των πολλών, μεγαλύτερης ηλικίας πάντα εξουσιαστές που δε θα αντέχουν ποτέ να μην είναι μέσα στα πράγματα.
Όμως σήμερα βρισκόμαστε πιο πίσω από μια νίκη όποιου είδους.
Και το βλέπεις  καθημερινά ότι η κινηματική σιγή απογοητεύει. Χιλιάδες κόσμος θέλει να αναζητήσει τις αιτίες σε κάτι εξωτερικό, κάτι από πάνω, στην ηγεσία του συριζα, «στο ζαβό το ριζικό μας», στον έλληνα του καναπέ.
Τι νομίζεις αλήθεια πώς είναι η αντίσταση; Δε στο μαθαίνει κανένα κινηματικό πανεπιστήμιο γιατί δεν υπάρχει.  Είναι αυτή που μαζί θα επινοήσουμε, γιατί αλλιώς  η οργή από τα απανωτά χτυπήματα θα γίνεται αδράνεια και έπειτα θλίψη.
Έτσι το περιέγραφαν για τη γενιά της Κατοχής που αντιστάθηκε:
«Αν στην οπισθοδρόμηση βλέπουμε μια πορεία απώλειας του “ανθρώπινου”, στην αντίσταση αντίθετα πιστοποιούμε μια αντίθετη κίνηση, ένα προοδευτικό “εξανθρωπισμό”. Με την ψυχολογία της αντίστασης ξεπερνιότανε η ψυχολογική τυραννία του άγχους κι η ανήκουστη οπισθοδρόμηση της προσωπικότητας από την αδυσώπητη δράση της τρομοκρατίας και της πείνας. […] Η δυσάρεστη, αγχώδης συναισθηματική τάση ελαττωνότανε όσο μεταμορφωνότανε σε συνειδητοποιημένη δράση»*
Στον κόσμο μας, στη γενιά αυτή που είναι νέα, στην επόμενη που μεγαλώνει και στην προηγούμενη που δεν παραδόθηκε λαχαίνει  το μεγαλύτερο μέρος του  χρέους.
Αν δεν αναστήσουμε εμείς το φως, από το σκοτάδι που όλο και πιο βαθύ θα γίνεται, κανένας άλλος δε θα μπορέσει.
Και είναι εδώ που για πάνω από μια δεκαετία είμαστε στο κλαρί, που περιφερόμαστε από αγώνα σε αγώνα, από κατάληψη σε συνέλευση, από πορεία σε σωματείο, από τη συλλογικότητα στις συγκρούσεις, από τα γράμματα στις βαθιές κουβέντες.
Αλλού στην Ευρώπη δεν έχει τόσους πεισμένους, τόσες ψημένες αγωνίστριες.
Ο από δω κόσμος γνώριζε, γνωρίζει με ενάργια τι συμβαίνει και τι μέλλει να συμβεί χωρίς την αντίσταση. Δε ζητάμε για εμάς τίποτα,  όχι από καμιά αγιότητα, αλλά γιατί έτσι μας έμαθε ένας φίλος που δεν τον ξέρουμε –ούτε καν στο πρόσωπο- όμως τον γνωρίζουμε και νοερά περπατάμε μαζί του στους δρόμους : «Τίποτα για μας, όλα για όλους»**.
 
Θέλουμε να γελάσουν οι γονείς μας, που χρόνια κόπιασαν να μας μεγαλώσουν. Τα αδέρφια μας να έχουν δουλείες, οι μετανάστες να ναι ίσοι μας, τα παιδιά να πηγαίνουν χορτάτα στα σχολεία, τα σπίτια μας να είναι ζεστά.
Όχι, δε ζητάμε μόνο αυτά. Ζητάμε να ορίζουμε τις ζωές μας εμείς και αυτό φτάνει στην άκρη του μόνο αν αλλάξει ριζικά όλη η κοινωνία.
Να οριστεί η αλληλεγγύη, η ικανοποίηση των αναγκών ως το κίνητρο της συλλογικής δημιουργίας.
Θέλουμε τα πάντα, τώρα περισσότερο από ποτέ, τώρα που θέλουν να μας τα πάρουν όλα.
Όταν αγωνιζόμαστε εμείς έχουμε άγρια χαρά κι ας είναι οι στιγμές πιο κρίσιμες από ποτέ. Γιατί «δεν πολεμάς το σκοτάδι με σκοτάδι. Μόνο με το φως μπορείς».
Οι εποχές θα γίνουν ακόμα πιο άγριες. Μην απογοητεύεσαι, είναι μάταιο. Έλα να γελάσουμε μαζί, γκρεμίζοντας αυτόν τον κόσμο. Δεν έχεις να χάσεις τίποτε, παρά μόνο τη θλίψη σου.
Θα μας βρεις παντού.
*Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου, Η ψυχοπαθολογία, σ. 267
 ** Το σύνθημα είναι των Ζαπατίστας στο Μεξικό. Ο φίλος μας είναι ο Subcomandante Marcos.
Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Μικρό σημείωμα για το Χρόνη Μίσσιο

Νοέμβριος 21, 2012 at 15:58 (Γενικά- Αριστερά) (, , , , , , )

Του Βασίλη Ρόγγα (δημοσιεύτηκε 21/11/2012)

Είχα ζεσταθεί πολύ όταν έμαθα ότι ζει ακόμα, όταν τον πρωτοείχα διαβάσει στα τέλη της δεκαετίας του 90. Δεν πίστευα ότι άνθρωπος που έχει περάσει τόσα βασανιστήρια θα μπορούσε να επιβιώσει.

Για τούτο δε μπορεί να είναι κοινότυπη μια γραφή για το Μίσσιο. Γι’ αυτό και το γαμώτο για το θάνατο ενός κατά τα άλλα γέροντα βαρυγκομάς άμα το λες.

Κάποιοι από μας μεγαλώσαμε, μεγαλώνουμε ακόμα και εκείνο το λεπτό νήμα αναμνήσεων από την εφηβεία και τη μετεφηβεία νοερά συνεχώς μας συνδέει με τις πρώτες συναισθηματικές προσλαμβάνουσες του τι είναι ελευθεριότητα, στράτευση, βαρύς βιωματικός αγώνας, πόνος και έρωτας, γέλια και κρασί, αριστερά και αναρχία.

Μας είπε να μη λογοκρίνουμε τα λόγια μας για τον καθωσπρεπισμό, μας έμαθε να ταξιδεύουμε όχι στα λόγια ελληνικά των θεωρητικών, μα στα στέρεα τη ζωής. Εμείς μάθαμε μαρξισμό μέσα από κει, μάθαμε περισσότερο ακόμα:ότι υπάρχει η δυνατότητα να είσαι καθ’ολοκληρίαν ελεύθερος. Ας είναι και λογοτεχνικό τέχνασμα.

Και κείνος ο έρωτας που είναι θηλυκός και αρσενικός μαζί και μιλάει στα κορμιά των ανθρώπων και δεν είναι ομοφυλοφιλικός ή ο άλλος, αλλά είναι έρωτας και τελεία.

Είδαμε για πρώτη φορά την Ελλάδα των κατατρεγμένων κομμουνιστών και κλάψαμε για τους πολιτικούς παππούδες μας, για το Χρόνη, για τους φίλους του, για τους φίλους τους. Είδαμε τις δεκαετίες 40, του 50 και του 60 να περνάνε μπρός μας, τον Εμφύλιο,τις εξορίες, το ΚΚΕ και την ΕΔΑ, τα Εξάρχεια…

Δώσαμε τα βιβλία του σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς και ήρθανε κοντά μας, μάθανε την όντως αριστερά όπως επιτελέστηκε από πολλούς. Καταλάβανε ότι τέτοια καλά, συμβαίνουν ακόμα.

Δυο εικόνες.

Έχουμε πάει στη Θεσσαλονίκη πριν 1 -2 χρόνια και μιλάμε με μια συντρόφισσά του στο σπίτι της για την περίοδο που ήταν στους Λαμπράκηδες. Τη ρώτησα και φαίνονταν πως τον αγαπούσε πολύ και κείνον και τη γυναίκα του. Και είχα χαρεί που έχουν ακόμα σχέσεις και μιλάνε.

Άλλη σκηνή. Πριν τον πάρω τηλέφωνο έχω καταγχωθεί. Τα καταφέρνω να μην το κλείσω και προσπαθώ να συνεννοηθώ μαζί του να πάμε στο χωριό του να τον βρούμε να του μιλήσουμε, να του φέρουμε πεσκέσια από το Βοτανικό και αν μπορέσουμε να τον πείσουμε να έρθει στην Πετρούπολη να μας μιλήσει για ότι θέλει. Μια φωνή -μέλι άγριο- καταλήγει: “να ρθείτε μαγκίτη μου και βλέπουμε”.

Έσταξε σταγόνες ανεξίτηλες στις ψυχές μας ο Μίσσιος και δε μπόρεσαν να φύγουν, ευτυχώς. Για κάτι τέτοιες στρατεύσεις, σαν και εκείνου, λέμε πώς ότι κάνουμε στα κινήματα είναι λίγο και θέλει κι άλλο. Λέμε να είμαστε αμφισβητίες, αδογμάτιστοι, χωρίς καμία εργαλειακότητα. Για κάτι τέτοιες ζωές, εμείς λέμε να είμαστε κιμπάρηδες στο βίο, γενναιόδωροι, να ξοδεύουμε συναίσθημα και ας πάει και χαμένο.

Με αυτήν την έννοια μπορεί να του επιστραφεί αυτό που ο ίδιος έχει γράψει: ‘δε μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω, όχι για σένα, αλλά για μένα. Θα χαμογελάσω από ευτυχία για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ…. »

Γειά σου ρε Σαλονικιέ, μας έκανες να ανατριχιάσουμε πολλές φορές.

Αλήθεια θα μας λείψεις, γιατί η ζέστη στις καρδιές μας μένει ορφανή.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε