Λες και δε θα γελάσουμε εμείς στο τέλος

Μαρτίου 15, 2013 at 16:35 (Γενικά- Αριστερά, Κοινωνικά Κινήματα, Ψυχολογία) (, , )

του Βασίλη Ρόγγα
Αρκετές φορές παρασυρόμαστε  περιμένοντας καταλυσμιαίες αλλαγές στη συλλογική ζωή σε λίγο χρόνο.
Ας είναι εντελώς σαφές: η προσπάθεια για μεταλλαγή του βίου με όρους δικαιοσύνης δε μπορεί ποτέ να τελειώσει.
Οι κυρίαρχοι αυτού του κόσμου  δε θα παραδώσουν στην κοινωνία τις τύχες της μετά από μια τεράστια συγκρουσιακή μας πορεία, ύστερα από μια γενική πολιτική απεργία διαρκείας, αφού πάρουμε τις εκλογές και άλλα τέτοια φαιδρά.
Νέες μικροεξουσίες θα υψώνονται, θα θελήσουν να αναδειχτούν μετά από κάθε μας νίκη. Γραφειοκράτες και φοβισμένοι, υπερεπαναστάτες που θα ζητάνε να πάνε πέρα από τη θέληση των πολλών, μεγαλύτερης ηλικίας πάντα εξουσιαστές που δε θα αντέχουν ποτέ να μην είναι μέσα στα πράγματα.
Όμως σήμερα βρισκόμαστε πιο πίσω από μια νίκη όποιου είδους.
Και το βλέπεις  καθημερινά ότι η κινηματική σιγή απογοητεύει. Χιλιάδες κόσμος θέλει να αναζητήσει τις αιτίες σε κάτι εξωτερικό, κάτι από πάνω, στην ηγεσία του συριζα, «στο ζαβό το ριζικό μας», στον έλληνα του καναπέ.
Τι νομίζεις αλήθεια πώς είναι η αντίσταση; Δε στο μαθαίνει κανένα κινηματικό πανεπιστήμιο γιατί δεν υπάρχει.  Είναι αυτή που μαζί θα επινοήσουμε, γιατί αλλιώς  η οργή από τα απανωτά χτυπήματα θα γίνεται αδράνεια και έπειτα θλίψη.
Έτσι το περιέγραφαν για τη γενιά της Κατοχής που αντιστάθηκε:
«Αν στην οπισθοδρόμηση βλέπουμε μια πορεία απώλειας του “ανθρώπινου”, στην αντίσταση αντίθετα πιστοποιούμε μια αντίθετη κίνηση, ένα προοδευτικό “εξανθρωπισμό”. Με την ψυχολογία της αντίστασης ξεπερνιότανε η ψυχολογική τυραννία του άγχους κι η ανήκουστη οπισθοδρόμηση της προσωπικότητας από την αδυσώπητη δράση της τρομοκρατίας και της πείνας. […] Η δυσάρεστη, αγχώδης συναισθηματική τάση ελαττωνότανε όσο μεταμορφωνότανε σε συνειδητοποιημένη δράση»*
Στον κόσμο μας, στη γενιά αυτή που είναι νέα, στην επόμενη που μεγαλώνει και στην προηγούμενη που δεν παραδόθηκε λαχαίνει  το μεγαλύτερο μέρος του  χρέους.
Αν δεν αναστήσουμε εμείς το φως, από το σκοτάδι που όλο και πιο βαθύ θα γίνεται, κανένας άλλος δε θα μπορέσει.
Και είναι εδώ που για πάνω από μια δεκαετία είμαστε στο κλαρί, που περιφερόμαστε από αγώνα σε αγώνα, από κατάληψη σε συνέλευση, από πορεία σε σωματείο, από τη συλλογικότητα στις συγκρούσεις, από τα γράμματα στις βαθιές κουβέντες.
Αλλού στην Ευρώπη δεν έχει τόσους πεισμένους, τόσες ψημένες αγωνίστριες.
Ο από δω κόσμος γνώριζε, γνωρίζει με ενάργια τι συμβαίνει και τι μέλλει να συμβεί χωρίς την αντίσταση. Δε ζητάμε για εμάς τίποτα,  όχι από καμιά αγιότητα, αλλά γιατί έτσι μας έμαθε ένας φίλος που δεν τον ξέρουμε –ούτε καν στο πρόσωπο- όμως τον γνωρίζουμε και νοερά περπατάμε μαζί του στους δρόμους : «Τίποτα για μας, όλα για όλους»**.
 
Θέλουμε να γελάσουν οι γονείς μας, που χρόνια κόπιασαν να μας μεγαλώσουν. Τα αδέρφια μας να έχουν δουλείες, οι μετανάστες να ναι ίσοι μας, τα παιδιά να πηγαίνουν χορτάτα στα σχολεία, τα σπίτια μας να είναι ζεστά.
Όχι, δε ζητάμε μόνο αυτά. Ζητάμε να ορίζουμε τις ζωές μας εμείς και αυτό φτάνει στην άκρη του μόνο αν αλλάξει ριζικά όλη η κοινωνία.
Να οριστεί η αλληλεγγύη, η ικανοποίηση των αναγκών ως το κίνητρο της συλλογικής δημιουργίας.
Θέλουμε τα πάντα, τώρα περισσότερο από ποτέ, τώρα που θέλουν να μας τα πάρουν όλα.
Όταν αγωνιζόμαστε εμείς έχουμε άγρια χαρά κι ας είναι οι στιγμές πιο κρίσιμες από ποτέ. Γιατί «δεν πολεμάς το σκοτάδι με σκοτάδι. Μόνο με το φως μπορείς».
Οι εποχές θα γίνουν ακόμα πιο άγριες. Μην απογοητεύεσαι, είναι μάταιο. Έλα να γελάσουμε μαζί, γκρεμίζοντας αυτόν τον κόσμο. Δεν έχεις να χάσεις τίποτε, παρά μόνο τη θλίψη σου.
Θα μας βρεις παντού.
*Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου, Η ψυχοπαθολογία, σ. 267
 ** Το σύνθημα είναι των Ζαπατίστας στο Μεξικό. Ο φίλος μας είναι ο Subcomandante Marcos.
Advertisements

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Που είναι η εξέγερση ενάντια στην οικονομική κρίση;

Σεπτεμβρίου 21, 2010 at 13:25 (Καπιταλισμός, Κοινωνικά Κινήματα) (, )

Βασίλης Ν. Ρόγγας

Διακαής πόθος των όποιας υφής αριστερών από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008 στην Ελλάδα είναι να φανεί κινηματικά με τον πιο δυναμικό τρόπο η δυσαρέσκεια των τάξεων που πλήττονται. Αυτό είναι κάτι, που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.

Το γιατί είναι εύλογο. Παρόλη , δηλαδή, την εύστοχη και έγκαιρη οικονομική ανάλυση με τα μαρξικά εργαλεία, που για μια ακόμη φορά φάνηκαν επαρκή στο να προβλέπουν την οικονομική συμπεριφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το προσδοκώμενο πολιτικό απότοκο δεν έρχεται.

Ας δούμε ποιοι πλήττονται από την οικονομική κρίση και κατ’επέκταση τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατ’ εντολή της του ΔΝΤ και της ΕΕ.

α. Ένας μεγάλος αριθμός οικονομικών μεταναστών, από την Αλβανία, ας πούμε ότι πλησιάζουν το 1.000.000,  στέκεται ίσως καλύτερα οικονομικά από όλους τους υπόλοιπους μετανάστες. Τούτο συνέβη μέχρι στιγμής για διάφορους λόγους, πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι ότι ήταν οι πρώτοι μετανάστες σε μια χώρα που είχε έλλειψη χειρονακτών και η υπερανάπτυξη του κλάδου των κατασκευών από το 1990 και μετά μπόρεσε και  απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος. Πλέον οι κατασκευές βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση και οι αλβανοί μετανάστες δεν έχουν δουλειά.

β. Οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία έχοντας κατά νου μια πλούσια Ευρώπη τόλμησαν να μεταναστεύσουν. Πολλοί, ενώ εξαρχής δε θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, δε μπορούν να φύγουν και ,ταυτόχρονα, δεν έχουν την δυνατότητα για αξιοπρεπή εργασία, στέγη και τροφή. Είναι οι πλέον πληττόμενοι και υποτελείς.

γ. Στην Ελλάδα υπάρχουν 800.000 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις: τα μικρομάγαζα ρούχων και παπουτσιών, οι βιοτεχνίες, τα εστιατόρια, τα καφέ κλπ. Πολλές από αυτές προφανώς δε θα αντέξουν στην κρίση, ενώ μεγάλο ποσοστό για να μπορέσει να ανοίξει την επιχείρηση έχει χρεωθεί δανειακά.

δ. Πολύ μεγάλο μέρος από αυτό που έχει απομείνει να λογίζεται ως εργατική τάξη απασχολείται στον τουρισμό. Σερβιτόροι, μάγειροι κλπ αποτελούν μια μερίδα εργαζομένων που λόγω της κρίσης – και σε συνδυασμό με την προηγούμενη κατηγορία των επιχειρήσεων μαζικής εστίασης- δε θα μπορούν να εργάζονται ή θα εργάζονται μερικώς και με μικρότερα μεροκάματα από ότι είχαν συνηθίσει.

ε. Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι εκείνη των ελλήνων, ελληνίδων και μεταναστών δεύτερης γενιάς με ανώτατη μόρφωση (πτυχία, μεταπτυχιακά, γλώσσες, υπολογιστές κλπ.) στις ηλικίες περίπου από 22 έως 35. Αυτή η τεράστια κοινωνική κατηγορία είναι ανομοιογενής σε ότι αφορά την ταξική της καταγωγή και δεν υπάρχει χώρος στην αγορά εργασίας των υπηρεσιών για να απορροφηθεί.

 Σίγουρα, οι παραπάνω πέντε κατηγορίες δεν είναι οι μόνες και θα μπορούσε να αναφέρει κανείς. Όμως αυτές συνιστούν τον πιο δυναμικό πυρήνα εν δυνάμει εργαζόμενων ή ήδη εργαζόμενων. Καμία από αυτές δεν εναποθέτει τις ελπίδες της μέχρι στιγμής στην πολιτική. Η Αριστερά, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι από φύση και από θέση ο φυσικός τους σύμμαχος, αν δε φυλλορροεί είναι –γι’ αυτούς- αναξιόπιστη και χωρίς όραμα που να εμπνέει. Δε χρειάζεται να αναφερθούν τα λάθη όλων των πολιτικών φορέων της: είναι και τεράστια και θλιβερά.

Η συντριπτική πλειοψηφία είναι απολίτικοι και δεν έχουν εμπλακεί σχεδόν ποτέ σε συλλογικές διαδικασίες. Το σκηνικό θυμίζει έντονα τη δημοκρατία της Βαϊμάρης , λίγο πριν ανέβει στην εξουσία το ναζιστικό κόμμα. Φυσικά και υπάρχει απλώς αναλογία, δε χρειάζεται να κινδυνολογεί κανείς για την κατάσταση.

Η χρονικότητα που θα πληγούν οι υποτελείς δεν είναι καθόλου δεδομένη. Επίσης πιθανόν είναι να μην είναι η ίδια για όλους. Εκτός αυτού, δε θα αντιδράσουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Μια βαλβίδα αποσυμπίεσης της συγκεκριμένης κατάστασης αρχίζει να φαίνεται. Μέρος των μορφωμένων νέων σκέφτεται να μεταναστεύσει. Μέρος των αλβανών μεταναστών σκέφτεται να γυρίσει στην πατρίδα του. Να θυμίσω εδώ ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μετά τον Εμφύλιο είχε «ξεμπλοκάρει» με την μετανάστευση σε μια δεκαετία (1950-1960) περίπου 1.200.000 νέων ανθρώπων.

Όμως οι παθογένειες σοβούν. Η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης ευτελίζει το εισόδημα και κατ΄ επέκταση την κατανάλωση. Η Ελλάδα δε θα καταστεί από τη μια μέρα στην άλλη επενδυτικός παράδεισος έτσι ώστε να υπάρξει ανάπτυξη με την οικονομίστικη έννοια. Τι θα κάνει ο λυσσασμένος μικροαστός που δεν νιώθει έστω ένα κάποιο συντεχνιακό ή κοινοτιστικό πνεύμα ; Υπάρχει καμιά περίπτωση να αυτοοργανώσει την αντίδραση του και να προσπαθήσει συλλογικά να επιδιώξει την ευόδωση αιτημάτων;

Θα ήθελα, αλλά δε μπορώ να το πιστέψω. Το πιθανότερο είναι η αντίδραση τους να κατακερματιστεί. Εκτός αν…

Αν επαναδιατυπωθεί ένα κοινούν και κινούν αίτιο. Αυτό, δηλαδή, που θα μπορέσει να νοηθεί από τις υπάλληλες τάξεις ως κοινό, συλλογικό αγαθό που αξίζει να το υπερασπιστούν κινητοποιούμενοι με ενιαίο και πολύμορφο τρόπο, βρίσκοντας αχτύπητες αξιακές πλαισιώσεις έτσι ώστε να αναφανεί το δίκαιο να συγκρουστεί κανείς γι’ αυτό. (η εργασία, η ασφάλιση, το δικαίωμα στη ζωή, μπορεί να έχει όποια μορφή συναποφασιστεί).

Το να χτιστεί μια τέτοιου τύπου ιδεολογική ηγεμονία δεν είναι καθόλου εύκολο. Όλοι οι πόροι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πρέπει να είναι διαθέσιμοι. Οι διάφορες συσπειρώσεις αντίστασης μπορούν να συντονιστούν. Μπορούν να δημιουργηθούν και άλλες τέτοιες καινούργιες , μαζικές και ανεξάρτητες. Το στείρο όχι (όχι στο μνηνόνιο , όχι στον καλλικράτη κλπ κλπ) είναι ισχνότερος πομπός ακόμα και από ένα ρεφορμιστικό αίτημα. Οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να βρουν λύσεις στο εδώ και το τώρα και όχι σε κάποιο χιλιαστικό, σοσιαλιστικό μετά.  Ρόλο έχουν να παίξουν, τεράστιο αν το αποφασίσουν, οι φορείς της Αριστεράς. Να επινοήσουν τρόπους άρσης των αντιθέσεων τους, να συμμαχήσουν με την κοινωνία και να θέσουν αυτήν ως ηγεσία ενός τέτοιου αγώνα. Αυτό το αναποδογύρισμα είναι δύσκολο, πιο δύσκολο και από το αναποδογύρισμα του Μαρξ στο Χέγκελ. Και το πλέον αποτελεσματικό: ο μόνος τρόπος να υπερασπιστούμε κεκτημένα δεκαετιών. Ας μηχανευτούμε καινούργιες, οριζόντιες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που θα αίρουν την κυρίαρχη «αποξένωση που γεννά μια ολοκληρωτική κοινωνία», όπως η Χ. Άρεντ κάποτε εντόπισε. Τολμάμε;

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

«O άνθρωπος είναι η απάντηση όποια και αv είναι η ερώτηση»

Μαρτίου 15, 2010 at 12:53 (Οικονομία, Τέχνη) (, )

Βασίλης Ν. Ρόγγας

Ενδείκνυται άραγε ο υπερρεαλισμός για να εκφράσει κανείς την αντίθεση του στα πρώτα επαχθή επιβαλλόμενα οικονομικά μέτρα της Κυβέρνησης; Αν πούμε ότι: οι Καταστασιακοί έκαναν κουμάντα στα συνθήματα του Μάη του 1968, ο Μαγιακόφκσι και ο Μπρέχτ ήταν η αισθητική φαιά ουσία του κομμουνισμού του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, ο Βίκτορας Ουγκώ με τους Αθλίους του μας έδειξε πως να αγαπάμε την κοκκινη σημαία, ο Θεοδωράκης με την εμβατηριακή του μουσική στην ποίηση ζωντάνεψε ένα κίνημα 150.000 ανθρώπων και άλλα τόσα πολλά παραδείγματα, τότε μάλλον η τέχνη (όποιας μορφής) έχει πολύ να κάνει με τα κοινωνικά κινήματα, τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις.

Φυσικά και δεν το στηρίζω αυτό σε κάποια επιστημονική συγκριτική έρευνα. Τουναντίον, ούτε και θα το προσπαθούσα ποτέ, γιατί προτιμώ να παραμείνει στη σφαίρα θυμικού ή του βιωματικού αν θέλετε. Τι σχέσή όμως έχει ο υπερρεαλισμός;

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή της συγκέντρωσης της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα ύψωσαν ένα πανώ που έγραφε αυτό ακριβώς. Και, ναι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ΚΚΕ εσωτερικού ζει και βασιλεύει ή κάποιος ντούρος κομμουνισταράς θα έλεγε ότι δε κομίζει καμία διπολική αξιακή πλαισίωση στην μορφή που έχει τώρα δα πάρει η ταξική πάλη…Μπορεί.

Γεγονός είναι ότι στους καιρούς μας έμελλαν να διαψευστούν όλες οι ιδεολογικές, οικονομικές και πολιτικές βεβαιότητες του νεοφιλελευθερισμού που μόνος του ηγεμόνευε από το 1990 με κεντρική του επωδό περίπου το: «αφήστε την αγορά να αυτορυθμιστεί, καταλαμβάνοντας κάθε τομέα της οικονομικής δραστηριότητας και έτσι θα ευημερήσει και η κοινωνία»!

Δε νομίζω πως είναι σκόπιμο να μπω σε ανάλυση της κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Άλλωστε ή οι περισσότεροι τα έχετε διαβάσει ή θα βαρεθείτε την οικονομική ορολογία που δε συμβάλει απαραίτητα και από μόνη της στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Να κάποιες σκέψεις για περαιτέρω σκέψεις:

Η ΕΕ είναι βραδυκίνητη, μη αλληλέγγυα, γραφειοκρατική και βαθιά νεοφιλελεύθερη. Περίπτωση αλλαγής της δε διαφαίνεται σε μέσο χρονικό ορίζοντα. Η Ελλάδα είναι δεσμευμένη με υπογραφές να ακολουθεί τα προτάγματα της συνθήκης της Λισσαβώνας (και κατ’ επέκταση του Μααστριχτ) χωρίς να ερωτάται. Οπότε θα μπορούσε να πει κανείς ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Η κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνεται από τη εκπροσώπηση των απόψεων μόνο της συμμαχίας ΝΔ,ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ σε όλα τα ΜΜΕ. Η Αριστερά είναι στους δρόμους και λοιδορείται γι’αυτό- όταν πολλές φορές δεν αναφέρεται καν.

Όμως: τα μέτρα της κυβέρνησης δεν είναι τα τελικά, είναι τα πρώτα. Είναι σίγουρο ότι για λόγους ανταγωνιστικότητας θα επιβληθούν και στον ιδιωτικό τομέα μέχρι τον Ιούνιο. Οι απολύσεις στον δημόσιο τομέα θα πρέπει να φτάσουν τουλάχιστον τις 200.000, ενώ το κόστος ζωής ανέρχεται σε βαθμούς που οι τελευταίες δυο γενιές δεν έχουν ξαναζήσει. Η ανεργία μάλλον θα φτάσει στο 20%.

Νομίζω ότι πλέον όλοι-είτε το παραδέχονται είτε όχι- καταλαβαίνουν ότι η Αριστερά τόσα χρόνια δεν κινδυνολογούσε. Εγκόλπωνε την ορθολογικά καλύτερη ανάλυση σε σχέση με όλους του υπόλοιπους πολιτικούς δρώντες. Τα εργαλεία με τα οποία αναλύει την πραγματικότητα-παρ’όλη την απίστευτη χλεύη που δέχονται εδώ και δυο δεκαετίες- παραμένουν τα πλέον επαρκή και με τεράστια διαφορά. Η σοβαρότητα της έγκειται και στο ότι δεν είδε τώρα την πραγματικότητα που ήρθε, αλλά μιλάει γι’αυτήν από περίπου τη γέννηση της.

Συμπεράσματα: οι ζωές μας, οι κατακερματισμένες μετανεωτερικές ζωές μας, μπορούν να γίνουν καλύτερες. Μια ανάγνωση του Χάουαρντ Ζιν, ελεκτή της ιστορίας του λαού των ΗΠΑ, θα πείσει και τον πιο δύσπιστο. Αρκεί να γίνουμε κοινωνοί/συμμέτοχοι ενός κινήματος αμυντικής υπεράσπισης των κεκτημένων του όποιου κοινωνικού κράτους μέχρι τώρα έχουμε. Για να μπορέσει να συμβεί αυτό χρειάζεται οι υπάρχουσες δυνάμεις κοινωνικών αντιστάσεων να συνθέσουν τις διαφορές τους. Αυτό θα συμβεί μόνο αν η κοινωνία το εκπέμψει ως μήνυμα και η ίδια αρχίζει να δημιουργεί τα συλλογικά υποκείμενα που της ταιριάζουν. Η διαλεκτική κοινωνίας/πολιτικής μπορεί να συμβάλλει στην- με προοδευτικό πρόσιμο- μετατόπιση των πολιτικών συμπεριφορών.

Ναι, φυσικά, τα κινήματα δεν νικούν πάντα. Και εννοείται ότι είναι πολύ δύσκολο. Όμως η, σε τελική ανάλυση, υλιστική ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών μας αποδεικνύει ότι ότι έχουμε πετύχει είναι ζήτημα πάλης των από κάτω με τους από πάνω. Τούτη είναι η βεβαιότητα που πλοηγεί τους ανθρώπους και αυτή θα συνεχίσει να είναι σαν η πιο σταθερή νομοτέλεια. Το ζήτημα είναι αν θα αποδεχτούμε την αλήθεια της μπαίνοντας στην πάλη ή μοιρολατρικά θα δεχτούμε ότι θέλουν. Η επιλογή είναι και δική μας. Ο Αντρέ Μπρετόν, του οποίου τη φράση χρησιμοποίησα για τίτλο, μάλλον το λέει απλότερα και έχει ήδη αποφασίσει με ποιανού το μέρος είναι.

Μόνιμος σύνδεσμος 1 σχόλιο

Υπέροχο άρθρο του Χάουαρντ Ζιν (από την Κυριακάτικη Αυγή)

Μαρτίου 15, 2010 at 12:50 (Κοινωνικά Κινήματα) (, , )

Χάουαρντ Ζιν: «Η δύναμη που καμιά εξουσία δεν μπορεί να υποτάξει»

Σε αυτό τον κόσμο του πολέμου και της αδικίας, πώς μπορεί κάποιος να παραμείνει κοινωνικά δραστήριος και προσηλωμένος στους κοινωνικούς αγώνες διατηρώντας την πνευματική υγεία του χωρίς να αφεθεί στην παραίτηση και τον κυνισμό;

Δεν είμαι βέβαιος για το αν ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, αλλά είμαι απολύτως βέβαιος για το ότι δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε το παιχνίδι όσο όλα τα χαρτιά δεν έχουν παιχτεί. Η μεταφορά είναι σκόπιμη: η ζωή είναι τζόγος. Με το να μην παίζεις, αρνείσαι οποιαδήποτε ευκαιρία να κερδίσεις. Παίζοντας και δρώντας δημιουργείς τουλάχιστον την πιθανότητα αλλαγής του κόσμου.

Υπάρχει η τάση να θεωρεί κανείς ότι αυτό που βλέπουμε σήμερα θα συνεχιστεί επ’ άπειρον. Ξεχνάμε πόσες φορές έχουμε εκπλαγεί από την ξαφνική κατάρρευση θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι, από αναπάντεχα ξεσπάσματα ή εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από το γκρέμισμα συστημάτων εξουσίας που φαίνονταν ανίκητα.

Αν κάτι αναδύεται από την ιστορία των προηγούμενων εκατό χρόνων, αυτό είναι το απολύτως απρόβλεπτο. Μια επανάσταση για την ανατροπή του τσάρου της Ρωσίας σε αυτή την καθυστερημένη ημι-φεουδαρχική αυτοκρατορία όχι μόνο αιφνιδίασε τις προχωρημένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά ξάφνιασε και τον ίδιον τον Λένιν, που έσπευσε να επιβιβαστεί σε ένα τραίνο για την Αγία Πετρούπολη.

Ποιος μπορούσε να προβλέψει τις αλλόκοτες μεταβολές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου; Το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, την προέλαση του φαινομενικά ανίκητου γερμανικού στρατού στη Ρωσία και τις κολοσσιαίες απώλειες που προκάλεσε, το σταμάτημα στις πύλες του Λένινγκραντ, τα δυτικά σύνορα της Μόσχας και τους δρόμους του Στάλινγκραντ, την τελική ήττα του γερμανικού στρατού με τον Χίτλερ κρυμμένο στο καταφύγιό του περιμένοντας να πεθάνει.

Και έπειτα τον μεταπολεμικό κόσμο να παίρνει μια μορφή που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει: Την κινεζική επανάσταση, τη θυελλώδη και βίαιη Πολιτιστική Επανάσταση και ύστερα μία ακόμη ανατροπή, με την μεταμαοϊκή Κίνα να απορρίπτει τις ιδέες και τους θεσμούς της κάνοντας ανοίγματα προς τη Δύση και αγκαλιάζοντας τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κάτι που εξέπληξε τους πάντες.

Κανείς δεν προέβλεψε ότι οι πρώην αυτοκρατορίες της Δύσης θα διαλύονταν τόσο γρήγορα μετά τον πόλεμο ούτε πόσο διαφορετικές θα ήταν οι κοινωνίες που θα προέκυπταν στα νεοσύστατα κράτη, από τον καλοπροαίρετο κοινοτικό σοσιαλισμό του Νιερέρε στην Τανζανία έως την τρέλα του Ιντι Αμίν στη γειτονική Ουγκάντα. Η Ισπανία ήταν μία ακόμη έκπληξη. Θυμάμαι έναν βετεράνο της Ταξιαρχίας Αβραάμ Λίνκολν να μου λέει ότι ο ισπανικός φασισμός δεν μπορούσε να ανατραπεί χωρίς έναν ακόμη αιματηρό πόλεμο. Ωστόσο, όταν πέθανε ο Φράνκο, δημιουργήθηκε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ανοιχτή στους πάντες, τους σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές, τους αναρχικούς.

Το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άφησε δύο υπερδυνάμεις με τις δικές τους σφαίρες επιρροής. Ωστόσο δεν κατόρθωναν πάντα να διαμορφώνουν τις εξελίξεις, ακόμη και στα μέρη του κόσμου που βρίσκονταν κάτω από τον στενότερο έλεγχό τους. Η αποτυχία της Σοβιετικής Ένωσης να πετύχει τον στόχο της στο Αφγανιστάν, η απόφασή της να αποσυρθεί ύστερα από μια δεκαετία κατοχής, ήταν η πιο τρανταχτή απόδειξη ότι ακόμη και η κατοχή πυρηνικών όπλων δεν εγγυάται την κυριαρχία πάνω σε έναν αποφασισμένο πληθυσμό. Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν την ίδια πραγματικότητα. Διεξήγαγαν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο στην Ινδοκίνα πραγματοποιώντας τους βαναυσότερους βομβαρδισμούς μιας μικροσκοπικής χερσονήσου στην παγκόσμια ιστορία και παρ’ όλα αυτά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν.

Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων βλέπουμε καθημερινά νέα δείγματα για την αποτυχία των φαινομενικά ισχυρών να επιβληθούν στους φαινομενικά ανίσχυρους. Όπως στη Βολιβία και τη Βραζιλία, όπου τα κινήματα βάσης των εργαζομένων και των φτωχών εξέλεξαν νέους προέδρους που υπόσχονται να καταπολεμήσουν την καταστροφική εξουσία των επιχειρήσεων.

Κοιτώντας κανείς τον κατάλογο των μεγάλων εκπλήξεων, είναι σαφές ότι ο αγώνας για τη δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπεται εξαιτίας της συντριπτικής δύναμης εκείνων που διαθέτουν τα όπλα και τα χρήματα και που φαίνονται ανίκητοι στην εμμονή τους να τα διατηρήσουν. Η δύναμη αυτή αποδείχτηκε επανειλημμένα ευάλωτη απέναντι σε ανθρώπινες αρετές λιγότερο μετρήσιμες από τις βόμβες και τα δολάρια: το ηθικό σθένος, την αποφασιστικότητα, την ενότητα, την οργάνωση, την αυτοθυσία, το πνεύμα, την εφευρετικότητα, το κουράγιο και την υπομονή.

Είτε απο τους μαύρους της Αλαμπάμα και της Νότιας Αφρικής είτε από τους αγρότες του Ελ Σαλβαδόρ, της Νικαράγουας και του Βιετνάμ είτε από τους εργάτες και τους διανοούμενους της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της ίδιας της Σοβιετικής Ενωσης. Κανένας ψυχρός υπολογισμός για τον συσχετισμό δυνάμεων δεν πρέπει να αποθαρρύνει ανθρώπους που έχουν πειστεί για το δίκιο του αγώνα τους.

Προσπάθησα σκληρά να μιμηθώ τους φίλους μου στον πεσιμισμό τους για τον κόσμο (είναι τελικά μόνο οι φίλοι μου;), αλλά εξακολουθώ να συναντώ ανθρώπους που, παρά τα τρομακτικά πράγματα που συμβαίνουν γύρω τους, μου δίνουν ελπίδα. Όπου και αν πάω συναντώ τέτοιους ανθρώπους. Ιδίως νέους ανθρώπους, στους οποίους και ανήκει το μέλλον.

Και πέρα από μια χούφτα ακτιβιστών, φαίνεται να υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες άλλοι που παραμένουν ανοιχτοί στις ανορθόδοξες ιδέες. Όμως δεν φαίνεται να γνωρίζουν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και έτσι, ενώ επιμένουν, το κάνουν με την απελπισμένη υπομονή του Σισύφου που χωρίς τέλος σπρώχνει τον βράχο του πάνω στο βουνό. Προσπαθώ να πω σε κάθε ομάδα ότι δεν είναι μόνη και ότι οι ίδιοι άνθρωποι που αποκαρδιώνονται από την απουσία ενός εθνικού κινήματος αποτελούν απόδειξη για τη δυνατότητα ενός τέτοιου κινήματος.

Οι επαναστατικές αλλαγές δεν έρχονται σε μια κατακλυσμική στιγμή (θα πρέπει να ανησυχούμε για τέτοιες στιγμές), αλλά σαν μια ατέλειωτη διαδοχή εκπλήξεων, μια ελικοειδής πορεία προς μια πιο αξιοπρεπή κοινωνία. Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγάλες, ηρωικές στιγμές για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται από εκατομμύρια ανθρώπους, μπορούν να μετατραπούν στη δύναμη που καμιά εξουσία δεν μπορεί να καταστείλει, στη δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο.

Ακόμη και όταν δεν «κερδίζουμε», υπάρχει η χαρά και η ικανοποίηση ότι συμμετείχαμε με άλλους ανθρώπους σε κάτι σημαντικό. Χρειαζόμαστε την ελπίδα. Ο αισιόδοξος δεν είναι απαραίτητα ένας μακάριος, ελαφρώς ανόητος τύπος που σφυρίζει μέσα στα σκοτάδια του καιρού μας. Το να είσαι αισιόδοξος σε δύσκολους καιρούς δεν σημαίνει να είσαι ανόητα ρομαντικός. Είναι κάτι που πηγάζει από το γεγονός ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία όχι μόνο ανταγωνισμού και σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, αυτοθυσίας, κουράγιου και καλοσύνης.

Αυτό που επιλέγουμε να υπογραμμίσουμε σε αυτή την πολύπλοκη ιστορία θα καθορίσει τελικά τις ζωές μας. Αν βλέπουμε μόνο το χειρότερο, η δυνατότητά μας να δράσουμε καταστρέφεται. Αν θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς και τα μέρη όπου οι άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν με αληθινή μεγαλοπρέπεια, αυτό μας κινητοποιεί και δίνει τουλάχιστον την πιθανότητα να στρέψουμε τον κόσμο προς διαφορετική κατεύθυνση. Και όταν δρούμε, δεν χρειάζεται να περιμένουμε κάποιο ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη αλληλουχία παρόντων και με το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι σε πείσμα όλων των άσχημων πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω μας, είναι από μόνο του μια υπέροχη νίκη.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε

Η κωλοπιλάλα του περσινού Δεκέμβρη

Δεκέμβριος 8, 2009 at 17:12 (Εξέγερση 2008) (, , , )

Βασίλης Ν. Ρόγγας, Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Στη συμβατική πολιτική επιστήμη (που εστιάζει σε θεσμούς και διαδικασίες διακυβέρνησης) οι κοινωνικές συγκρούσεις συνιστούν κατά κανόνα εξωγενή και συγκυριακό παράγοντα: διαταραχές, στιγμές τρέλας. Όμως, από την άνθηση των νέων κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και έπειτα, η συγκρουσιακή πολιτική, που όρθωσε το θεωρητικό της ανάστημα έναντι μιας εργαλειακής και εν πολλοίς παρωχημένης «μαρξιστικής-λενινιστικής»

αντίληψης περί των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, των κινημάτων, έδωσε σειρά πολύτιμων επεξεργασιών έτσι ώστε σήμερα να μπορούμε να αναλύουμε καταστάσεις («Συμβάντα» – κατά την ορολογία του Α.Badiou-) όπως εκείνο του περσινού Δεκέμβρη.

Όλο το προηγούμενο θα συνιστούσε ακαδημαϊσμό σε μια γραφή για τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου, αν δεν γινόταν προσπάθεια από διάφορες μεριές -κυρίως κομματικούς φορείς και πάντως όλους τους κοινοβουλευτικούς πλην του ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως τα κανάλια, τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα- να απονομιμοποιηθεί, να αναθεωρηθεί το όποιο απόσταγμα ή τα γεγονότα της νεανικής εξέγερσης*. Αμφισβητήθηκε ακόμα και η ορολογία εξέγερση . Τι έγινε πέρυσι λοιπόν;

Τα περσινά δεκεμβριανά, είναι αρχέτυπο εξέγερσης, διάχυτων δηλαδή σε όλη την επικράτεια συμβάντων, κυρίως συγκρουσιακών, μειοψηφικού κομματιού του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού εναντίον πολιτικών, κατασταλτικών ή και άλλων θεσμών, συμβόλων και κτιρίων και του προσωπικού τους, συμβατικής ή και βίαιης μορφής. Το «μειοψηφικό» δε σημαίνει, βεβαίως, μικρό αριθμό συμμετεχόντων στα γεγονότα σε σχέση με προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα στην Ελλάδα (ίσα-ίσα ο αριθμός είναι τεράστιος) , αλλά σε σχέση με το όλον του πληθυσμού.

Η εξέγερση δεν ευτύχησε να συσταθεί σε κίνημα ή κινήματα. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Αποτέλεσε ένα συγκρουσιακό pick το οποίο έσβησε σχεδόν παντού μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου. Όπως περίπου κάνουν όλες οι εξεγέρσεις. Δεν πλαισιώθηκε αξιακά με πολιτικά κατά κύριο λόγο προτάγματα (για παράδειγμα το καταστασιακής έμπνευσης «τα θέλουμε όλα πίσω» δε συνιστά υλοποιήσιμο πολιτικό αίτημα, ποια είναι τα όλα;), ενώ κανένας φορέας της κοινωνίας των πολιτών (συνδικάτο, κόμμα, οργάνωση) δε μπόρεσε επαρκώς να αντιπροσωπεύσει τα ούτως ή άλλως ετερόκλητα κομμάτια των εξεγερμένων **. Ο Δεκέμβρης δεν αναδιοργάνωσε τους φορείς που τον στήριξαν ούτε δημιούργησε σοβαρούς καινούργιους, όμως κόμισε καινούργιο ρεπερτόριο δράσης: κατάληψεις σε στρατηγικά σημεία της πόλης, από τους «καθ’ύλην» αρμόδιους (ΕΣΗΕΑ, Ακρόπολη, Λυρική αργότερα, φυλακές, θέατρα, σχολεία, πανεπιστήμια, ραδιοφωνικούς σταθμούς, δημαρχεία κλπ κλπ- παραλίγο και αστυνομικά τμήματα), καλλιτεχνικά δρώμενα άγνωστα στην Ελλάδα κλπ.

Τα παραπάνω δεν είναι μια προσπάθεια θεωρητικής απονεύρωσης των γεγονότων του Δεκέμβρη. Πολύ απλά τα ίδια τα γεγονότα δε θα μπορούσαν να χωρέσουν σε ένα κείμενο ακόμα και αν τα χώριζα όλα με κόμμα χωρίς καθόλου ρήματα. Η απόσταση όμως από τα βιωματικά -για πολλούς από εμάς της Αριστεράς- γεγονότα μπορεί να μας κάνει να στοχαστούμε νηφάλια για αυτά.

Και ναι, στην εξέγερση του Δεκέμβρη διαλέχθηκαν όλα τα πεδία του κοινωνικού, πολιτικού και όχι μόνο: η παιδεία και η εργασία, η ψυχολογία και η ηθική, η αντιπροσώπευση και ο τρόπος άσκησης του πολιτικού, η διάσταση προσδοκιών και πραγματικότητας και το ατελέσφορο της ζωής όπως τη ζούμε τώρα… Ίσως θα ήταν πιο δόκιμη, πιο γραμμιτζίδικη μια γραφή που να αναλάβει να ενοποιήσει ή να αναπροσαρμόσει τα διάσπαρτα αιτήματα ή στοχασμούς της εξέγερσης αλλά αυτό δε θα ήταν ούτε εφικτό αλλά ούτε και τίμιο ακόμα και αν ήμουν ο καλύτερος δομιστής.

Εκείνο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια διαφάνηκε το αισθητήριο των ανθρώπων να ξεχωρίσουν το ουσιώδες από το επουσιώδες. Εμπεδώθηκε, και μένει να δούμε αν μπορεί αυτό να γίνει και πολιτικό πρόταγμα, ότι η ζωή με ψυχολογικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους δεν βιώνεται στη δεδομένη κατάσταση με την όντως θέρμη που θα μπορούσε αυτό να συμβεί. Οι άνθρωποι για μια ακόμη φορά στην Ιστορία ψυχανεμίστηκαν ότι οι άλυτες αντιφάσεις που συνέχουν το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα (τον καπιταλισμό δλδ) δεν τους πρέπουν. Και ότι χρειάζεται να αρθούν αυτές και τη θέση τους να λάβει μια κοινωνία της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης, της ελευθερίας. Μόνο που οι εξεγερμένοι (και μέσα σε αυτούς μπαίνουν και οι φορείς που λάβανε μέρος στην εξέγερση) δε γνωρίζουν τον τρόπο πραγματοποίησης αυτής της υπέρβασης, ούτε υπάρχουν μανιέρες να ακολουθηθούν.

Από ότι φάνηκε δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ρωμαλέα κοινωνία των πολιτών (με την γκραμσιανή έννοια) έτοιμη ή με τεράστια θέληση να ανατρέψει το κυρίαρχο παντού και στη θέση του να έχει σκεφτεί κάποιο άλλο. Υπάρχει φορέας ή φορείς που μπορούν ή πρέπει να πάρουν από το χέρι μια εξέγερση και να την οδηγήσουν κάπου; Η ιστορία αυτό δείχνει. Μάλλον, όμως, δεν έχουμε το ακόμα φορέα. Ή αυτός/οι που έχουμε δεν είναι ακόμα έτοιμος/οι. Ας είναι. Η δουλειά του μελλοντικού φορέα μιας κατοπινής εξέγερσης θα είναι να πολιτικοποιήσει την οργή που θα καταλάβει την κοινωνία, να ενώσει τις φωνές με αχτύπητα αιτήματα-συνθήματα, να οργανώσει και να οργανωθεί από την διάχυτη αντίσταση. Να μετουσιώσει το αυθόρμητο σε πολιτική ισχύ.

Και αυτή η εξέγερση είναι νομοτελειακό ότι θα υπάρξει.
Το αποδεικνύει όλη η ανθρώπινη ιστορία.

*Για να μην λέγονται πράγματα που δεν έχουν σχέση με καμία θεωρητική επεξεργασία καλό θα ήταν όσοι θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με τις εξεγέρσεις, τις επαναστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα να ανατρέξουν στη βιβλιογραφία των S. Tarrow, Ch. Tilly, A. Touraine ή στους Έλληνες πανεπιστημιακούς Σ. Σεφεριάδη, Μ. Ψημίτη. Θα εκπλαγούν από την ευρύτητα και το βάθος των αναλύσεων και της συστηματικότητας ελέγχου των εν λόγω θεματικών. Εννοείται ότι όλοι αυτοί αποκάλεσαν τα περσινά δεκεμβριανά «εξέγερση».

** Είναι όμως αλήθεια ότι μέρος του σώματος των εξεγερμένων το καρπώθηκε κατά κύριο λόγο ο αντιεξουσιαστικός χώρος, ενώ τη μεγαλύτερη πολιτική χασούρα κυρίως λόγω της στηλίτευσης της στάσης του από τα ΜΜΕ κ τα λοιπά κοινοβουλευτικά ή μη κόμματα, για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, την είχε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Μόνιμος σύνδεσμος Σχολιάστε